Όταν η θάλασσα έχασε την αλμύρα της

Όταν η θάλασσα έχασε την αλμύρα της   …και το αμπέλι έπαψε να σταλάζει γλυκό κρασί,   …ξυπνήσαμε από ύπνο φοβερό, θαρρείς και για χιλιάδες χρόνια τα μεγάλα όνειρα θάφτηκαν κάτω από ματωμένους σταυρούς κι αγάπη μισερή. Δεν έμεινε κανείς να λαχταρά την...

Διανυκτέρευση

(σπουδή στην απαισιοδοξία) Διανυκτερεύεις με όνειρα βρώμικα, σαν το χαλάκι που περιμένει μάταια όλη του τη ζωή έξω από την πόρτα και μέσα δε θα μπει ποτέ. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί σού φταίει το πρωινό, η ρουτίνα, οι άλλοι, το σύστημα, το αφεντικό, ο υπάλληλος, ο...

Φωτιά…

  Άκουσα τη νύχτα να έρχεται και κρύφτηκα μέσα στις σκιές του αμαρτωλού εαυτού μου, περίμενα ανυπόμονα να σβήσει και το τελευταίο φως από τον ορίζοντα για να χαθεί κάθε υποψία από τον άνθρωπο που έχει αρχές, ήθος, θρησκεία και βγήκα στο δρόμο. Η βροχή έπεφτε με...

Απ’ το παράθυρο…

Οδός… δεν έχει σημασία να μνημονευτεί, ούτε ο αριθμός, άλλωστε κάθε παράθυρο που κοιτάζει στο δρόμο την ίδια μοναξιά νιώθει. Παλιά, οι νοικοκυρές στόλιζαν το περβάζι με βασιλικό ή με κάποια μικρή γλάστρα, να φέρνει μέσα στο δωμάτιο μαζί με το φρέσκο αέρα και μιαν...

Ξεφυλλίζοντας τις αναμνήσεις

Ξεφύλλισε όλες της αναμνήσεις της μία προς μία καθισμένη με τα πόδια διπλωμένα στο άδειο της κρεβάτι. Πολλοί πρίγκηπες πέρασαν από το μυαλό της αλλά κανένας βασιλιάς! Κανένας. Εκτός ίσως από τον Δημήτρη. Έξω από το παράθυρό της η βροχή καθάριζε τα σοκάκια της πόλης,...

Μαυρομάτα

Της είχα προσφέρει τον ήλιο και τ’ αστέρια και τον ουρανό ολόκληρο, εκείνη όμως έμεινε βράχος ακλόνητος, αδιαφορούσε παντελώς ακόμα και για την ύπαρξή μου. Χρόνια ολόκληρα την κοίταζα στα μάτια, εκείνα τα μαύρα μεγάλα μάτια που έκρυβαν μέσα τους φωτιά κανονική! Ύστερα...

Ο ξύλινος άνθρωπος

Η ζωγραφική ήταν η μεγάλη του αγάπη έστω κι αν ποτέ δε ζωγράφισε με χρώματα, δεν τα άπλωσε πάνω στον άδειο καμβά, δεν κρέμασε ποτέ κανέναν πίνακά του στον τοίχο. Η μάνα του τον έσπρωξε να γίνει δικηγόρος, να συνεχίσει του πατέρα του τη δουλειά. Κι όσο εκείνος...