Στην ερώτηση «Ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης;», αν κάποιος αναζητήσει την απάντηση σαν να πρόκειται για ένα κρυμμένο αντικείμενο που αρκεί να το ξεθάψει και να το κρατήσει στα χέρια του, έχει ήδη πάρει λάθος δρόμο. Κι αυτό γιατί η ενσυνείδητη ύπαρξη δεν είναι — ούτε καν ως γραμματική κατηγορία — ουσιαστικό, αλλά ρήμα: κάτι που γίνεται, που ασκείται, που πραγματώνεται. Το ίδιο και το νόημά της. Δεν είναι κάτι που έχεις ή αποκτάς, αλλά κάτι που πράττεις· κάτι που προσπαθείς να είσαι ή να γίνεις.
Κάθε ον, όπως διδάσκει ο Επίκουρος, επιδιώκει να υπάρχει και το να υπάρχεις σημαίνει πρωτίστως να είσαι καλά, να μην πονάς, να μην ανησυχείς άσκοπα, να απαλλάσσεσαι από τους φόβους που δεν σου επιτρέπουν καν να αισθανθείς την ύπαρξή σου. Φόβους που στο μυαλό μεταμορφώνονται σε δαίμονες και σε κυριεύουν. Αιώνες αργότερα, η φιλοσοφική σκέψη διατύπωσε — με τον Spinoza — την αρχή ότι κάθε ον, όσο εξαρτάται από τον εαυτό του, επιδιώκει, εντός ενός πλαισίου ελευθερίας, να διατηρηθεί στο είναι του (conatus). Η ελευθερία, όμως, δεν είναι απουσία αναγκαιότητας, όπως πίστευε ο Επίκουρος, αλλά κατανόησή της. Ελεύθερος δεν είναι όποιος ξεφεύγει από τους νόμους της φύσης, αλλά όποιος τους κατανοεί τόσο βαθιά ώστε να πράττει σύμφωνα με τη δική του φύση, όχι σπρωγμένος από πάθη που δεν μπορεί να ελέγξει. Ωστόσο, αυτές οι φιλοσοφικές θέσεις μοιάζουν περισσότερο με μια διαχειριστική προσπάθεια κατανόησης του — όχι και τόσο αυτονόητου — νοήματος της ύπαρξης. Το νόημα της ύπαρξης δεν είναι απλώς να κατανοήσει κανείς τη φύση του, ιδίως όταν δεν υπάρχει κάποιο πρότυπο μέτρο φύσης που να επιτρέπει στον άνθρωπο να κατανοήσει τα αισθητά και τα μη αισθητά. Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, ο άνθρωπος δεν έρχεται στον κόσμο με ένα σχέδιο ήδη γραμμένο μέσα του. Είναι καταδικασμένος, όπως θα έλεγε ο Σαρτρ, αφενός να είναι ελεύθερος ή να παλεύει για την ελευθερία του, και αφετέρου να εφευρίσκει διαρκώς αυτό που είναι χωρίς διακοπές, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας. Άλλωστε, δεύτερη ζωή δεν έχει!
Ο χώρος, ο χρόνος, όλα τα ορατά και τα αισθητά δεν είναι αφηρημένες έννοιες, αλλά πραγματικότητες που κατοικούν στο ανθρώπινο σώμα πριν αυτό αποκτήσει ικανότητα σκέψης και πριν μετατραπούν σε ιδέες. Το τι πραγματικά «είναι» πίσω από όλα αυτά αποκρυσταλλώνεται στο «είμαι», όπως εύστοχα το έγραψε ο Ελύτης: «Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι». Η ύπαρξη και το νόημά της δηλαδή δεν εφευρίσκονται εν κενώ, αλλά διαμορφώνονται όπως ένα ποίημα, μέσα από υλικό που προϋπάρχει, αλλά δεν έχει ακόμη πάρει μορφή. Ο άνθρωπος άλλωστε δεν είναι μια κλειστή, αυτοαναφορική μονάδα που γεμίζει με ιδιότητες και αξίες, αλλά μια πράξη που ολοκληρώνεται χάρη σε αυτές. Αν συνδυάσει κανείς αυτό με τη σαρτρική διαπίστωση ότι «ο άλλος είναι αυτός που με προσδιορίζει», τότε γίνεται σαφές ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια συνείδηση κλεισμένη στον εαυτό της, αλλά μια κίνηση εξόδου προς τον κόσμο και τους άλλους. Ενδεχομένως, η ευκρινέστερη και ευγενέστερη μορφή αυτής της εξόδου δεν είναι άλλη παρά ο έρωτας.
Το «νόημα της ύπαρξης» λοιπόν ίσως να μην είναι κάτι υπαρκτό με τον τρόπο που το αναζητούμε, αλλά κάτι που γίνεται πράξη ανεξαρτήτως της κατάστασής μας. Κι αν υπάρχει κάπου, πιθανόν να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος, κάθε φορά, επιλέγει να σταθεί απέναντι στην αναγκαιότητα, στην ελευθερία του, στη μορφή που δίνει — ή θέλει να δώσει — στη ζωή του. Το νόημα δεν βρίσκεται. Ασκείται.
_
Σημείωση: Η εικόνα του άρθρου είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης.

