Όταν η θάλασσα έχασε την αλμύρα της

 

…και το αμπέλι έπαψε να σταλάζει γλυκό κρασί,

 

…ξυπνήσαμε από ύπνο φοβερό, θαρρείς και για χιλιάδες χρόνια τα μεγάλα όνειρα θάφτηκαν κάτω από ματωμένους σταυρούς κι αγάπη μισερή. Δεν έμεινε κανείς να λαχταρά την επιθυμία, να ζητά της Φύσης τις κλειστές πόρτες για να ανοίξει, να δει τα μεγάλα μυστικά. Πισωπατάμε, σκιαζόμαστε να αφουγκραστούμε τις μέρες που έρχονται γιατί οι πλάτες μας είναι αδύναμες για να τις σηκώσουν. Επαναπαυθήκαμε σε παραμύθια ψεύτικα που τάζουν μεγάλες υποσχέσεις. Το φορτίο της κληρονομιάς που θα παραδώσουμε δεν είναι δικό μας, το έχουμε κλέψει από τους καιρούς που οι όμοιοί μας τολμούσαν να κοιτάζουν προς τα πάνω, έστω και με θράσος καμιά φορά.

Οι κόκκινες φλέβες έγιναν άσπρες από το φόβο γιατί μάθαμε να αγνοούμε τους ποιητές κι αυτοί για να μας τιμωρήσουν μάς ξέχασαν. Φαρμακώσαμε τη σκέψη ποτίζοντάς τη με αδιαφορία και δόγματα ξένα στη γενιά μας. Ψάξαμε για κήπους ανύπαρκτους και χαθήκαμε στην άγονη άμμο, η σκόνη μάς τύφλωσε κι εμείς χαμογελάμε ελπίζοντας πως παρακάτω, στην άλλη σελίδα, μπορεί και στην άλλη ζωή, θα βρούμε τα χρώματα τα αληθινά. Ήμασταν παντού και τώρα δεν είμαστε πουθενά, είχαμε το αθάνατο νερό και το ανταλλάξαμε με χαρτιά συγχώρεσης και κυριακάτικες παραστάσεις ανάγκης.

Αργότερα… Αργότερα παραδοθήκαμε αυτοθέλητα στη λαγνεία μερικών τετραγωνικών μέτρων χώματος πίσω από τους φράκτες που ορθώσαμε για να ξεχωρίσει ο ένας απ’ τον άλλον. Πουλήσαμε το αδιανόητο, τη γη, το νερό, το μέλλον. Βγάλαμε από την εξίσωση τα σημαντικά και κρατήσαμε τα ασήμαντα. Πού είναι τούτες οι άγιες λέξεις πια; Πού είναι το φιλότιμο; Πού η θαλπωρή και πού η άμιλλα; Ό,τι δεν μεταφράζεται στη γλώσσα των αργυραμοιβών το ξεχάσαμε, το πετάξαμε στη θάλασσα για να λησμονηθεί, γι’ αυτό χάθηκε η αλμύρα της. Ξηλώσαμε τα δομικά μας στοιχεία. Κι εκείνος ο ακρογωνιαίος λίθος, ο έρωτας, μάς είπαν πως είναι ίδιος με την αγάπη. Πόσο λάθος κάνουν και πόσο εύκολα τους πιστέψαμε!

Είναι αργά να ζητήσουμε πια ευθύνες, το σπαθί του Μέγα βασιλιά δεν άφησε περιθώρια, χάραξε πολιτική χιλιετιών πάνω στη Γη. Κι όμως, μπορούμε να ξεθάψουμε τα όνειρα, μπορούμε να τρυγήσουμε το αμπέλι και να βγάλουμε γλυκό κρασί. Μπορούμε να κάνουμε τη θάλασσα αλμυρή και πάλι για να μπορούν οι ιδέες να ταξιδεύουν πάνω στον αφρό της. Μπορούμε να φέρουμε ξανά τον ουρανό εδώ κάτω, στη γη, να νιώσουμε το μεγαλείο του, να τον στίψουμε να πιούμε τη θεϊκή του ουσία. Αλλά δεν το κάνουμε. Κι αναρωτιόμαστε κάθε που ο ήλιος την αυγή τρυπώνει απ’ το παράθυρο και μάς αγγίζει με το ανάλαφρο χάδι της ζωής, αν ονειρευόμαστε κι αν ακόμα βρισκόμαστε σε ύπνο βαθύ. Ή αν ξυπνήσαμε. Ίσως κάποτε μάθουμε. Ίσως… Οι άγιες πέτρες πάντως μα και τα όμορφα μάρμαρα κάνουν ακόμα υπομονή!