Ακολουθήστε με στο Facebook
Αρχαία Ελληνικά
Αρχικοί χρόνοι ανωμάλων ρημάτων
[Σύμφωνα με τη σχολική γραμματική]

του Κωνσταντίνου Μάντη

γαμαι, εύχρ. η ευκτ. α΄ ενικού γαίμην και γ΄ πληθ. γαιντο (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα), παρατ. γά-μην, (μέσ. μέλλ. γά-σομαι), μέσ. αόρ. γα-σάμην, παθ. αόρ. γάσ-θην. Ρημ. επίθ. ἀγασ-τός, ἀξιάγαστος. Παράγ. ἄγασμα (= αντικείμενο θαυμασμού ή λατρείας), επίρρ. (από τη μετοχή) ἀγαμένως (= με θαυμασμό) κτλ.
γνυμι = κατάγνυμι (κατά + ἄγνυμι = σπάζω, τσακίζω), μέλλ. κατάξω, αόρ. κατέαξα (υποτ. κατ-άξω κτλ.). Παθ. κατάγνυμαι, παθ. αόρ. κατεάγην (υποτ. καταγῶ, ευκτ. καταγείην κτλ.), ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. κατέαγα (= είμαι τσακισμένος).
γορεύω, πρτ. γόρευον, μέλλ. -αγορεύσω και συνήθ. -ερ, αόρ. -ηγόρευσα και β΄ πον, πρκμ. -είρηκα, υπερσ. -ειρήκειν. Παθ. γορεύομαι, πρτ. -ηγορευόμην, μέσ. μέλλ. ως παθ. -αγορεύσομαι, παθ. μέλλ. -ρηθήσομαι, παθ. αόρ. -ηγορεύθην και συνήθ. -ερρήθην, πρκμ. -ειρημαι, υπερσ. -ειρήμην. Παράγ. ἀγόρευσις, ἀγορητής, προσρητέος, προσ-αγορευτέος, ἀπόρρητον κτλ.
γω (= οδηγώ, φέρνω·), πρτ. γον, μέλλ. ξω, αόρ. β΄ γαγον, πρκμ. χα και (μτγν.) γήοχα, υπερσ. (μτγν.) γηόχειν. Μέσ. και παθ. γομαι, πρτ. γόμην, μέσ. μέλλ. ξομαι, παθ. μέλλ. χθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ γαγόμην, παθ. αόρ. χθην, πρκμ. γμαι, υπερσ. γμην. Παράγ. ἀγωγή, ἀγωγός, ἀγωγεύς, ἐπακτός, ἐπείσακτος, ἀκτέον κτλ.
δικέω –, πρτ. δίκουν, μελλ. δικήσω, αόρ. δίκησα, πρκμ. δίκηκα, υπερ. δικήκειν. Μέσ. και παθ. δικομαι, πρτ. δικούμην, μέσος μέλλοντα με σημασία παθητική δικήσομαι (= θ’ αδικηθώ από άλλον), παθ. αόρ. δικήθην, πρκ. δίκημαι, υπερ. δικήμην.
δω (= ψάλλω, τραγουδώ), πρτ. δον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. σομαι, αόρ. σα. Παθ. δομαι, παθ. αόρ. σθην. Παράγ. ἆσμα, ᾠδὴ (από το ἀοιδή), ᾀστέον.
αδέομαι -ομαι (= ντρέπομαι, σέβομαι), παρατ. δεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. αδέ-σομαι, μέσ. αόρ. δε-σάμην, παθ. αόρ. ως μέσ. δέσ-θην, παρακ. δεσ-μαι. Ρημ. επίθ. αἰδεσ-τός, αἰδεσ-τέον. Παράγ. αἴδε-σις, αἰδέ-σιμος κτλ.
ανέω –, συνήθ. σύνθ. παιν, παραιν κτλ., παρατ. νεον -ουν, μέλλ. ανέ-σω, αόρ. νε-σα, παρακ. νε-κα. Παθ. ανέομαι -ομαι, παρατ. νεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. ανέ-σομαι, παθ. μέλλ. ανεθήσομαι, παθ. αόρ. νέ-θην, παρακ. νη-μαι. Ρημ. επίθ. αἰνε-τός, αἰνε-τέος.
αρέω –. (= πιάνω, κυριεύω), παρατ. ρεον -ουν, μέλλ. αρήσω, αόρ. ελον, παρακ. ρη-κα, υπερσ. ρή-κειν. (Ως παθ. του αρέω χρησιμεύει το ρ. λίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι). Μέσ. με ενεργ. σημασία αρέομαι -ομαι (= εκλέγω, προτιμώ), παρατ. ρεόμην -ούμην, μέλλ. αρή-σομαι, αόρ. β΄ ελ-όμην, παρακ. ρη-μαι, υπερσ. ρή-μην. Παθ. αρέομαι -ομαι (= εκλέγομαι, προτιμιέμαι), παρατ. ρεόμην -ούμην, μέλλ. αρε-θήσομαι, αόρ. ρέ-θην, παρακ. ρη-μαι, υπερσ. ρή-μην, συντελ. μέλλ. ρή-σομαι, ή ρη-μένος σομαι.
αρω (= σηκώνω), πρτ. ρον, μέλλ. ρ, αόρ. ρα (υποτ. ἄρω, προστ. ἆρον κτλ.), πρκμ. ρκα, ύπερσ. ρκειν. Μέσ. και παθ. αρομαι, πρτ. ρόμην, μέσ. μέλλ. ρομαι, μέσ. αόρ. ράμην, παθ. αόρ. ρθην (και ως μέσ.), πρκμ. ρμαι, υπερσ. ρμην. Παράγ. ἄρσις, ἄρμα (= το βάρος που σηκώνει κανείς), ἄρδην κτλ.
ασθάνομαι (αποθ. μέσ.), πρτ. σθανόμην, μέσ. μέλλ. ασθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ σθόμην, πρκμ. σθημαι, υπερσ. σθήμην. Παράγ. αἴσθημα, αἴσθησις, αἰσθητὸς (εὐαίσθητος, ἀναίσθητος).
ατιάομαι –μαι (αποθ. μεικτό). (= κατηγορῶ), παρατ. τιόμην -ώμην, μέσ. μέλλ. ατι ΄-σομαι, (παθ. μέλλ. ατι-θήσομαι, μεταγ.), μέσ. αόρ. τι-σάμην, παθ. αόρ. τι ΄-θην, παρακ. τί-μαι, υπερσ. τι ΄-μην. Ρημ. επίθ. αἰτιᾱ-τέος.
κέομαι -ομαι (αποθ. ενεργ.) (= θεραπεύω), μέλλ. κομαι, αόρ. κεσάμην. Ρημ. επίθ. ἀκεστός (ἀνήκεστος).
κούω. πρτ. κουον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. κούσομαι, αόρ. κουσα, πρκμ. κήκοα, υπερσ. κηκόειν. Παθ. κούομαι, παθ. μέλλ. κουσθήσομαι, παθ. αόρ. κούσθην. Ρηματ. επίθ. ἀκουστός, ἀκουστέος.
λέω –. (= αλέθω), (ποιητ. και μεταγεν. παρατ. λεον -ουν, αόρ. λεσα, παρακ. με αττ. αναδιπλ. λ-ήλε-κα. Παθ. αόρ. λέ-σ-θην), παρακ. λ-ήλε-(σ)-μαι. Παράγ. ἄλε-σις, ἄλε-σ-μα, ἀλε-σ-μός, ἀλέ-της (= αυτός που αλέθει, ὄνος ἀλέτης = μυλόπετρα), ἀλε-τρὶς (= γυναίκα που αλέθει), ἀλε-τὸς (= άλεσμα).
λίσκομαι (= πιάνομαι, κυριεύομαι· αποθ., παθ. του αρέω –), πρτ. λισκόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. λώσομαι, ενεργ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. άλων και σπάν. με συναίρεση λων (υποτ. ἁλῶ, -ῷς, -ῷ κτλ., ευκτ. ἁλοίην, απαρ. ἁλῶναι, μετ. ἁλούς), πρκμ. άλωκα και σπάν. με συναίρ. λωκα, υπερσ. λώκειν. Παράγ. ἅλωσις, ἁλωτός, εὐάλωτος κτλ.
μαρτάνω (= αποτυχαίνω, λαθεύω) πρτ. μάρτανον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. μαρτήσομαι, αόρ. β΄ μαρτον, πρκμ. μάρτηκα, υπερσ. μαρτήκειν. Παθμαρτάνομαι και συνήθ. ως απρόσ. μαρτάνεται, πρτ. μαρτάνετο, παθ. αόρ. μαρτήθη, πρκμ. μάρτηται, υπερσ. μάρτητο. Παράγ. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἁμαρτωλός, ἀναμάρτητος, ἐπεξαμαρτητέον κτλ.
μφιέννυμι (ἀμφί + ἕν-νυ-μι = ντύνω), πρτ. μφιέννυν, μέλλ. συνηρ. μφι, – εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. μφίεσα. Μέσ. μφιέννυμαι, (πρτ. μφιεννύμην), μέσ. μέλλ. μφιέσομαι, πρκμ. μφίεσμαι. Παράγ. ἀμφίεσις, ἀμφίεσμα, εἷμα, ἐσθὴς, ἱμάτιον (υποκορ. από το εἷμα, ἷμα).
ναλίσκω και ναλόω – (= ξοδεύω), πρτ. νήλισκον και νήλουν, μέλλ. ναλώσω, αόρ. νήλωσα, πρκμ. νήλωκα. Μέσ. και παθ. ναλίσκομαι και σπάν. ναλόομαι -ομαι, πρτ. νηλισκόμην και νηλούμην, παθ. μέλλ. ναλωθήσομαι, παθ. αόρ. νηλώθην, πρκμ. νήλωμαι, υπερσ. νηλώμην. Παράγ. ἀνάλωμα, ἀνάλωσις, ἀναλωτής, ἀναλωτέος κτλ.
νιάω – (= λυπώ, στενοχωρώ), πρτ. νίαον -ων, μέλλ. νι΄σω, αόρ. νίσα. Μέσ. νιμαι, πρτ. νιώμην, μέσ. μέλλ. νι΄σομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. νι΄θην. Παράγ. ἀνιᾱρὸς κτλ.
νοίγω και νοίγνυμι (ἀνὰ + οἰγω), πρτ. νέγον, μέλλ. νοίξω, αόρ. νέξα, πρκμ. νέχα. Παθ. νοίγομαι, πρτ. νεγόμην, παθ. αόρ. νεχθην, πρκμ. νέγμαι, υπερσ. νεγμην, συντελ. μέλλ. νεξομαι (= θα είμαι ανοιχτός). Παράγ. ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοικτός, ἀνοικτέον.
νύω και νύτω (ή ἁνύτω). (= τελειώνω), πρτ. νυον και νυτον, μέλλ. ν‘σω, αόρ. νσα, πρκμ. νκα. Παθ. νύτομαι, μέσ. αόρ. νσάμην, παθ. αόρ. ν΄σθην, πρκμ. νσμαι. Ρηματ. επίθ. ἀνυστός
πεχθάνομαι (αποθ. = γίνομαι μισητός), πρτ. πηχθανόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. πεχθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. πηχθόμην, πρκμ. πήχθημαι, υπερσ. πηχθήμην.
(πο)δειλιάω –. (= είμαι δειλός, δεν τολμώ), παρατ. π-ε-δειλίον -ων, μέλλ. πο-δειλι‘-σω, αόρ. π-ε-δειλί-σα, παρακ. πο-δε-δειλί-κα. Ρημ. επίθ. ἀπο-δειλιᾱ-τέον.
(πο)διδράσκω (= δραπετεύω), πρτ. πεδίδρασκον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. ποδράσομαι, αόρ. β΄ πέδραν, πρκμ. ποδέδρακα, υπερσ. πεδεδράκειν. Παράγ. ἀπόδρασις, ἄδραστος (= εκείνος που δεν μπορεί να ξεφύγει).
(πο)θνσκω, πρτ. πέθνσκον, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) ποθανομαι, αόρ. β΄ πέθανον, πρκμ. τέθνηκα, υπερσ. τεθνήκειν, συντελ. μέλλ. τεθνήξω. Παράγ. θνητός.
πόλλυμι και πολλύω (= καταστρέφω, χάνω), πρτ. πώλλυν και πώλλυον, μέλλ. (συνηρ.) πολ, αόρ. πώλεσα, πρκμ. πολώλεκα, υπερσ. πωλωλέκειν, συντελ. μέλλ. πολωλεκς σομαι. Παθ. πόλλυμαι, πρτ. πωλλύμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) πολομαι, μέσ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. πωλόμην, ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. πόλωλα, υπερσ. πωλώλειν. Παράγ. ὀλετήρ, ὄλεθρος, ἀπώλεια, πανώλης, ἐξώλης (= ολότελα χαμένος), προώλης (= χαμένος από πριν, άξιος να χαθεί πρόωρα).
ρέσκω, πρτ. ρεσκον, μέλλ. ρέσω, αόρ. ρεσα. Μέσ. ρέσκομαι, πρτ. ρεσκόμην, μέσ. αόρ. ρεσάμην. Παράγ. ἀρεστὸς (εὐάρεστος, δυσάρεστος) κτλ.
ρκέω –. παρατ. ρκεον -ουν, μέλλ. ρκέ-σω, αόρ. ρκε-σα. Παθ. ρκέομαι -ομαι, εύχρ. το γ΄ εν. ρκεται (μεταγεν. παθ. μέλλ. ρκεσ-θήσομαι, παθ. αόρ. ρκέσ-θην, παρακ. ρκεσ-μαι). Παράγ. ἄρκε-σις (= επικουρία, υπηρεσία), ἄρκεσ-μα (= βοήθεια), ἀρκε-τὸς κτλ.
ρόω –. (= αλετρίζω, οργώνω), αόρ. ρο-σα. Παθ. ρόομαι -ομαι. Ρημ. επίθ. ἀρο-τός. Παράγ. ἄρο-τος, ἄρο-σις, ἀρό-σιμος, ἀρο-τήρ, ἄρο-τρον κτλ.
αξω και αξάνω, πρτ. ηξανον και ηξον, μέλλ. αξήσω, αόρ. ηξησα, πρκμ. ηξηκα. Μέσ. και παθ. αξομαι και αξάνομαι, πρτ. ηξόμην και ηξανόμην, μέσ. μέλλ. αξήσομαι, παθ. μέλλ. αξηθήσομαι, παθ. αόρ. ηξήθην, πρκμ. ηξημαι, υπερσ. ηξήμην. Παράγ. αὔξησις, αὐξητός, αὐξητέον κτλ.
φικνέομαι -ομαι (αποθ. = φθάνω), πρτ. φικνούμην, μέσ. μέλλ. φίξομαι, μέσ. αόρ. β΄ φικόμην, πρκμ. φγμαι, υπερσ. φίγμην. Παράγ. ἄφιξις, ἐφικτὸς (ἀνέφικτος) κτλ.
χθομαι (αποθ. = στενοχωριέμαι, αγανακτώ), πρτ. χθόμην, μέσ. μέλλ. χθέσομαι, παθ. αόρ. με μέσ. σημασ. χθέσθην.
Β
Βαίνω (= βαδίζω), πρτ. -εβαινον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. -βήσομαι, αόρ. β΄ -εβην, πρκμ. βέβηκα, υπερσ. βεβήκειν. Παθ. -βαίνομαι, παθ. αόρ. -εβάθην, πρκμ. βέβαμαι. Παράγ. βάσις, βάδην, -βατὸς (ἄβατος κτλ.).
βάλλω (= ρίχνω, χτυπώ), πρτ. βαλλον, μέλλ. (συνηρ.) βαλ, αόρ. β΄ βαλον, πρκμ. βέβληκα, υπερσ. βεβλήκειν. Παθ. βάλλομαι, πρτ. βαλλόμην, μέσ. μέλλ. βαλομαι, μέσ. αόρ. β΄ βαλόμην, παθ. μέλλ. βληθήσομαι, παθ. αόρ. βλήθην, πρκμ. βέβλημαι, υπερσ. -εβεβλήμην. Παράγ. βλῆμα, βλητὸς (ἀπόβλητος κτλ.), βλητέον κτλ.
βιβάζω (= βάζω), πρτ. -εβίβαζον, μέλλ. (συνηρ.) βιβ, -ᾷς, -ᾷ κτλ. αόρ. -εβίβασα. Παθ. βιβάζομαι, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) βιβμαι, -ᾷ, ᾶται κτλ., μέσ. αόρ. -εβιβασάμην. Παράγ. -βιβαστέον κτλ.
βιβρώσκω (= τρώγω), εύχρ. μόνο ο ενεργ. πρκμ. βέβρωκα, το απαρ. παθ. πρκμ. -βεβρῶσθαι και η μετ. -βεβρωμένος. Παράγ. βρωτὸς (ἡμίβρωτος). Τα λοιπά αναπληρώνονται από το ἐσθίω.
βλαστάνω, πρτ. βλάστανον, αόρ. β΄ βλαστον, υπερσ. βλαστήκειν.
βλώσκω (ποιητ. = έρχομαι), αόρ. β΄ μολον.
βούλομαι (αποθ. παθ. = θέλω), πρτ. βουλόμην και βουλόμην, μέσ. μέλλ. βουλήσομαι, παθ. αόρ. βουλήθην και βουλήθην, πρκμ. βεβούλημαι. Παράγ. βούλησις, βούλημα, βουλητὸς (ἀβούλητος).
Γ
Γελάω –. παρατ. γέλον -ων, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. γελ΄-σομαι, αόρ. -γέλ-σα. Παθ. (κατα)γελ΄-ομαι –μαι, αόρ. -γελ΄σ-θην, παρακ. γε-γέ-λσ-μαι. Ρημ. επίθ. κατα-γέλᾰσ-τος.
γεύω. (= προσφέρω γεύμα), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. γεύομαι, μέσ. μέλλ. γεύσομαι, μέσ. αόρ. γευσάμην, πρκμ. γέγευσμαι. Ρηματ. επίθ. ἄγευστος, γευστέον.
γηράσκω και (σπάν.) γηράω –, πρτ. γήρασκον, μέλλ. γηράσω και μέσ. ως ενεργ. -γηράσομαι, αόρ. α΄ γήρασα, αόρ. β΄ γήραν, πρκμ. γεγήρακα. Παράγ. ἀγήρατος.
γίγνομαι, πρτ. γιγνόμην, μέσ. μέλλ. γενήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ γενόμην, πρκμ. γεγένημαι και ενεργ. πρκμ. β΄ (με την ίδια σημασ.) γέγονα, υπερσ. γεγενήμην και ενεργ. υπερσ. β΄ (με την ίδια σημασ.) γεγόνειν. Παράγ. γένος, γενεά, γένεσις, γενέτης ή γενετήρ (θηλ. γενέτειρα), γονεύς, γόνος κτλ.
γιγνώσκω (= ξέρω, φρονώ, αποφασίζω), πρτ. γίγνωσκον, μέσ. μέλλ. γνώσομαι, αόρ. β΄ γνων, πρκμ. γνωκα, υπερσ. γνώκειν. Παθ. γιγνώσκομαι, πρτ. γιγνωσκόμην, παθ. μέλλ. γνω-σ-θήσομαι, παθ. αόρ. γνώ-σ-θην, πρκμ. γνω-σ-μαι, υπερσ. γνώ-σ-μην. Παράγ. γνῶσις, γνώστης, γνώμη, γνωστὸς (ἄγνωστος), γνωστέος κτλ.
Δ
Δάκνω (= δαγκώνω), πρτ. δακνον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) δήξομαι, αόρ. β΄ δακον. Μέσ. και παθ. δάκνομαι, παθ. αόρ. δήχθην, πρκμ. δέδηγμαι. Παράγ. δῆξις, δῆγμα κτλ.
δέδοικα και δέδια. (= φοβούμαι) Τούτο είναι παρακείμ. του άχρηστου ρ. δείδω και έχει σημασία ενεστώτα. Υπερσυντέλ. (με σημασ. παρατ.) -δε-δοί-κειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και ἐ-δέ-δι-σαν. Μέλλ. δεί-σομαι, -σει, -σεται κτλ. Αόρ. -δει-σα. Παράγ. δεῖ-μα (= τρόμος), δέος ουδ. (= φόβος).
δείκνυμι (= δείχνω) και δεικ-νύ-ω, παρατ. -δείκ-νυ-ν και -δείκ-νυ-ον, μέλλ. δείξω, αόρ-δειξα, παρακ. δέ-δειχ-α. Μέσ. και παθ. δείκ-νυ-μαι, παρατ. -δεικ-νύ-μην, μέσ. μέλλ. -δείξομαι, παθ. μέλλ. δειχ-θή-σομαι, μέσ. αόρ. -ε-δειξάμην, παθ. αόρ. -δείχ-θην, πα­ρακ. δέ-δειγ-μαι, υπερσ. -δε-δείγ-μην, συντελ. μέλλ. δε-δειγ-μένος σομαι. Ρημ. επίθ. δεικ-τός, δεικ-τέον. Παράγ. δεῖγ-μα, δεῖξις, δείκ-της κτλ.
δέω – δ (= δένω), παρατ. -έδεον -ουν, μέλλ. δή-σω, αόρ. -δη-σα, παρακ. δέ-δε-κα, υπερσ. -δε-δέ-κειν. Παθ. δέομαι -ομαι, παρατ. -ε-δε-όμην -ούμην, παθ. μέλλ. δε-θήσομαι, παθ. αόρ. -δέ-θην, παρακ. δέ-δε-μαι, υπερσ. -δε-δέ-μην. Ρημ. επίθ. δε-τός, δε-τέος. Παράγ. δέ-σις, δέ-μα κτλ.
δέω, δεῖς, δεῖ, δέομεν, δεῖτε, δέουσι. (= έχω ανάγκη), μέλλ. δεήσω, αόρ. δέησα. (Συνηθ. ως απρόσ. δε, δει, δεήσει, δέησε, δεδέηκε). Μέσ. δέομαι, δέῃ ή δέει, δεῖται, δεόμεθα, δεῖσθε, δέονται, πρτ. δεόμην, μέσ. μέλλ. δεήσομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. δεήθην, πρκμ. δεδέημαι.
διαλέγομαι (αποθ. μέσ. = συνομιλώ, συζητώ), πρτ. διελεγόμην, μέσ. μέλλ. διαλέξομαι και σπάν. παθ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) διαλεχθήσομαι, παθ, αόρ. (μ’ ενεργ. σημασ.) διελέχθην, πρκμ. διείλεγμαι, υπερσ. διειλέγμην. Παράγ. διάλεξις, διάλογος, διάλεκτος, διαλεκτέον. Βλ. και ρ. λέγω (= μιλώ).
δίδωμι (= δίνω), παρατ. -δί-δουν (-ους, -ου), μέλλ. δώ-σω, αόρ. -δω-κα, παρακ. δέ-δω-κα, υπερσ. -δε-δώ-κειν, συ­ντελ. μέλλ. δεδωκώς σομαι. Μέσ. και παθ. δί-δο-μαι, παρατ. -δι-δό-μην, μέσ. μέλλ. δώ-σομαι, μέσ. αόρ. β΄ -δό-μην, παθ. μέλλ. δο-θήσομαι, παθ. αόρ. -δό-θην, παρακ. δέ-δο-μαι, υπερσ. -δε-δό-μην. Ρημ. επίθ. δο-τός, δο-τέος. Παράγ. δό-σις, δο-τήρ, δῶ-ρον κτλ.
διψ, πρτ. δίψων, -ης, -η κτλ., αόρ. δίψησα.
δοκέω – (= φαίνομαι, μου φαίνεται, νομίζω), πρτ. δόκουν, μέλλ. δόξω, αόρ. δοξα. Και ως απρόσωπο: δοκε, πρτ. δόκει, μέλλ. δόξει, αόρ. δοξε, πρκμ. δέδοκται και δεδογμένον στί, υπερσ. δέδοκτο. Παράγ. δόξα, δόκησις, δόγμα, ἀδόκητος (ἀπροσδόκητος) κτλ.
δράω -δρ (= κάνω, ενεργώ), παρατ. δρον -ων, μέλλ. δρ΄-σω, αόρ. -δρ-σα, παρακ. δέ-δρ-κα. Παθ. δράομαι –μαι, δρόμην -ώμην, αόρ. -δρ΄-σ-θην, παρακ. δέ-δρ-μαι. Ρημ. επίθ. δρᾱ-σ-τέον. Παράγ. δρᾶμα, δρᾶ-σις, δρᾱ΄-σ-της κτλ.
δύναμαι. Ενεστ. οριστ. δύναμαι, δύνασαι, δύναται, δυνάμεθα, δύνασθε, δύνανται, υποτ. δύνωμαι, δύνῃ, δύνηται, δυνώμεθα, δύνησθε, δύνωνται, ευκτ. δυναίμην, δύναιο, δύναιτο, δυναίμεθα, δύναισθε, δύναιντο, προστ. μόνο δυνάσθω, δυνάσ-θωσαν, απαρ. δύνασ-θαι, μετ. δυνά-μενος· παρατ. ()δυνάμην, ἐ(ἠ)δύνω, ἐ(ἠ)δύνατο κτλ., μέσ. μέλλ. δυνή-σομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. ()δυνή-θην και (σπάν.) -δυνάσ-θην, παρακ. δε-δύνη-μαι. Ρημ. επίθ. δυνα-τός, ἀδύνατος. Παράγ. δυνάστης κτλ.
Ε
άω –. (= αφήνω), (θ. ἐᾰ), παρατ. εἰᾶον -ων, μέλλ. ἐᾱ΄-σω, αόρ. εἴᾱ-σα, παρακ. εα-κα. Παθ. άομαι-μαι, παρατ. δεν έχει, μέσ. μέλλ. ως παθ. ἐᾱ‘-σομαι, παθ. αόρ. εἰᾱ‘-θην, παρακ. εἴᾱ-μαι. Ρημ. επίθ. ἐᾱ-τέος.
γείρω (= σηκώνω), πρτ. γειρον, μέλλ. (συνηρ.) γερ, αόρ. γειρα, πρκμ. β΄ (με ουδ. διάθ.) γρήγορα (= αγρυπνώ, είμαι άγρυπνος), υπερσ. γρηγόρειν. Μέσ. και παθ. γείρομαι, πρτ. γειρόμην, μέσ. αόρ. β΄ γρόμην (υποτ. ἔγρ-ωμαι κτλ.), παθ. αόρ. και ως μέσ. γέρθην, πρκμ. γήγερμαι. Παράγ. ἔγερσις, ἐγερτός, ἐγερτέον.
θέλω και (σπάν.) θέλω, πρτ. θελον, μέλλ. ()θελήσω, αόρ. θέλησα, πρκμ. θέληκα, υπερσ. θελήκειν. Παράγ. ἐθελοντὴς (μτγν. θέλησις, θέλημα) κτλ.
εμαρται. Το απρόσωπο εἴμαρται (= είναι πεπρωμένο). Τούτο είναι παρακείμ. του ποιητ. ρ. μείρομαι (= παίρνω το μέρος που μου ανήκει).
Εύχρηστοι τύποι: το γ΄ εν. του παρακ. ε-μαρ-ται, το γ΄ εν. του υπερσυντ. ε-μαρ-το και η μετοχή του παρακ. εμαρμένος (μάλιστα στο θηλ. εἱμαρμένη σαν ουσιαστ. με παράλειψη του μοῖρα).
εμι. (= θα πάω) Απαρ. ἰ-έναι. Μετοχή ἰ-ὼν (ἰόντος), ἰ-οῦσα (ἰούσης), ἰ-ὸν (ἰόντος), πρτ-α ή -ειν. Ρημ. επιθ. ἰ-τὸς (ἁμαξ-ιτός), ἰ-τέον. Παράγ. εἰσ-ι-τήριος κτλ.. Βλ. και ρχομαι.
εμί. Ενεστώτας εἰμὶ (είμαι), Πρτ.  και ν (ήμουν)
Μέλλ.          σομαι (θα είμαι). Αόρ. -γεν-όμην (υπήρξα, έγινα)
Παρακ. γέ-γον-α (έχω υπάρξει, έχω γίνει).
Υπερ.          -γε-γόν-ειν (είχα υπάρξει, είχα γίνει).
εωθα, πρκμ. με σημασ. ενεστ. (= συνηθίζω), υπερσ. με σημασ. πρτ. εώθειν ή εωθς ν. Παράγ. εἰωθότως (= κατά συνήθεια).
κ-πλήττω (= προκαλώ έκπληξη), πρτ. ξ-έπληττον, μέλλ. κπλήξω, αόρ. πληξα. Μέσ. και παθ. κ-πλήττομαι, πρτ. ξ-επληττόμην, παθ. μέλλ. β΄ (ως μέσος) κ-πλαγήσομαι, παθ. αόρ. β΄ (και ως μέσος) ξ-επλάγην, πρκμ. κ-πέπληγμαι, υπερσ. ξ-επεπλήγμην. Παράγ. ἔκπληξις, ἔκπληκτος κτλ. Όμοια σχηματίζονται οι χρόνοι του κατα-πλήττω. Βλ. και πλήττω.
λαύνω (= θέτω σε κίνηση, προχωρώ έφιππος ή πάνω σε άμαξα), πρτ. λαυνον, μέλλ. (συνηρ.) λ, -ᾷς, -ᾷ -ῶμεν, -ᾶτε, -ῶσι(ν), αόρ. λασα, πρκμ. λήλακα. Μέσ. και παθ. λαύνομαι, πρτ. λαυνόμην, μέσ. αόρ. λασάμην, παθ. αόρ. -ηλάθην, πρκμ. λήλαμαι. Παράγ. ἔλασις, ἐλατὸς (θεήλατος, σφυρήλατος κτλ.), ἐλατέον κτλ.
λκω (= σέρνω, τραβώ) πρτ. ελκον, μέλλ. λξω, αόρ. ελκσα, πρκμ. -είλκυκα, μεσ. και παθ. λκομαι, πρτ. ελκόμην, μέσ. αορ. -ειλκσάμην, παθ. αόρ. -ειλκύσθην, πρκμ. – είλκυσμαι. Παράγ. ἕλξις, ἑλκτός, ἑλκτέον.
μέω – (= κάνω εμετό), παρατ. μεον -ουν, αόρ. με-σα. Παράγ. ἔ­με-σις, ἔμετος κτλ.
οικα. (= μοιάζω). Τούτο είναι παρακείμενος του άχρηστου ρ. εκ-ω και έχει σημασία ενεστώτα. Κλίνεται έτσι: Παρακείμ. Οριστ. ἔ-οικ-α, -ας, -ε, ἐ-οίκ-αμεν, -ατε, -ασι και εἴξασι. Υποτ. ἐ-οίκ-ω, -ῃς, -ῃ, -ωμεν, -ητε, -ωσι(ν). Ευκτ. ἐ-οίκ-οιμι, -οις, -οι κτλ. Προστ. λείπει. Απαρ. εἰκ-έναι (και μεταγεν. ἐ-οικ-έναι). Μετ. εἰκὼς (-ότος), εἰκυῖα (-υίας), εἰκὸς (-ότος) (και μεταγ. ἐ-οικ-ώς, -υῖα, -ός). Υπερσ. (με σημασία παρατ.) κ-ειν, ἐ-ῴκ-εις, ἐ-ῴκ-ει, ἐ-ῴκ-εμεν, ἐ-ῴκ-ετε, ἐ-ῴκ-εσαν.
παινέω –. Βλ. ανέω –.
πιλανθάνομαι (αποθ. μέσ. = λησμονώ), πρτ. π-ελανθανόμην, μέσ. μέλλ. πι-λήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ π-ελαθόμην, πρκμ. πι-λέλησμαι, υπερσ. π-ελελήσμην. Παράγ. ἐπιλήσμων κ.ά.
πιμελέομαι -ομαι και πιμέλομαι (αποθ. παθ. = φροντίζω), πρτ. πεμελούμην και πεμελόμην, μέσ. μέλλ. πιμελήσομαι, παθ. μέλλ. (ως μέσ.) πιμεληθήσομαι, παθ. αόρ. (ως μέσος) πεμελήθην, πρκμ. πιμεμέλημαι. Παράγ. ἐπιμελητής, ἐπιμέλημα, ἐπιμελητέον κ.ά.
πίσταμαι. Ενεστ. οριστ. ἐπίσταμαι, – σαι, -ται κτλ., υποτ. ἐπίστωμαι, -ῃ, -ηται κτλ., ευκτ. ἐπισταίμην, -αιο, -αιτο κτλ. (ο τονισμός κατά τα βαρύτ.), προστ. ἐπίστω (και ἐπίστασο), ἐπιστάσθω κτλ., απαρ. ἐπίστασθαι, μετ. ἐπιστάμενος· παρατ. πιστάμην, ἠπίστω (και ἠπίστασο), ἠπίστατο κτλ., μέσ. μέλλ. πι-στή-σομαι, παθ. αόρ. πιστή-θην. Ρημ. επίθ. ἐπιστη-τός, -τέος. Παράγ. ἐπιστήμη, ἐπιστήμων κτλ.
πομαι (αποθ. μέσ. = ακολουθώ), πρτ. επόμην, μέσ. μέλλ. ψομαι, μέσ. αόρ. β΄ σπόμην (υποτ. ἐπίσπωμαι κτλ.). Τα λοιπά από το συνών. ἀκολουθῶ.
ρχομαι (αποθ.), πρτ. ειν και α, μέλλ. εμι (= θα έρθω ή θα πάω), αόρ. β΄ λθον, πρκμ. λήλυθα, υπερσ. ληλύθην. Παράγ. ἔπ-ηλυς, γεν. ἐπ-ήλυδος (= αυτός που ήρθε τελευταία), νέ-ηλυς, γεν. νε-ήλυδος (= νεοφερμένος) κ.ά.
ρωτάω –, πρτ. ρώτων, μέλλ. ρωτήσω και μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) ρήσομαι, αόρ. ρώτησα και μέσ. αόρ. β΄ (μ’ ενεργ. σημασ.) ρόμην (υπ. ἔρωμαι κτλ.), πρκμ. ρώτηκα. Παθ. ρωτμαι, πρτ. ρωτώμην, παθ. αόρ. ρωτήθην, πρκμ. ρώτημαι. Παράγ. ἐρώτησις, ἐρώτημα, ἐρωτητέον.
σθίω (= τρώγω), πρτ. σθιον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) δ-ομαι, αόρ. β΄ φαγον, πρκμ. δήδοκα, παθ. πρκμ. -εδήδεσμαι. Παράγ. ἔδεσμα, ἐδωδή, ἐδεστός, ἐδεστέον.
ερίσκω, πρτ. ηρισκον και ερισκον, μέλλ. ερήσω, αόρ. β΄ ηρον και ερον, πρκμ. ηρηκα και ερηκα. Μέσ. και παθ. ερίσκομαι, πρτ. ηρισκόμην και ερισκόμην, μέσ. μέλλ. ερήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ ηρόμην και ερόμην, παθ. μέλλ. ερεθήσομαι, παθ. αόρ. ηρέθην και ερέθην, πρκμ. ερημαι, υπερσ. ηρήμην και ερήμην. Παράγ. εὕρεσις, εὕρημα, εὑρετὸς (ἀνεύρετος, δυσεύρετος κτλ.).
χω, πρτ., εχον, μέλλ. ξω και σχήσω, αόρ. β΄ σχον (υποτ. σχῶ, σχῇς, σχῇ κτλ., ευκτ. σχοίην, σχοίης, σχοίη κτλ., αλλά σύνθ. παράσχοιμι, παράσχοις, παράσχοι κτλ., προστ., σχές, απαρ. σχεῖν, μετ. σχών, σχοῦσα, σχόν), πρκμ. σχηκα. Μέσ. και παθ. χομαι, πρτ. εχόμην, μέσ. μέλλ. ξομαι και σχήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ (και ως παθ.) σχόμην (υποτ. σχῶμαι, σχῇ, σχῆται κτλ.), πρκμ. -έσχημαι. Παράγ. ἕξις, ἑξῆς, -οχος (ἔνοχος, ἔξοχος κτλ.), -οχὴ (ἐσοχή, ἐξοχή κτλ.), σχῆμα, σχέσις, -εκτὸς (ἀνεκτὸς κτλ.), ἑκτέος, ἑκτέον κ.ά.
ψω (= βράζω), πρτ. ψον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) ψήσομαι, αόρ. ψησα. Παθ. ψομαι. Παράγ. ἕψησις, ἕψημα (μτγν. ἀφέψημα), ἑψητὸς ή ἑφθὸς (= βραστός) και ὀπτὸς (= ψητός), όπου δεν κρατήθηκε η δασεία του θέματος.
Ζ
Ζεύγνυμι (= ζεύω), πρτ. -εζεύγνυν, αόρ. ζευξα. Μέσ. και παθ. ζεύγνυμαι, μέσ. αόρ. ζευξάμην, παθ. αόρ. α΄ ζεύχθην, παθ. αόρ. β΄ ζύγην, πρκμ. ζευγμαι. Παραγ. ζεῦγος, ζεῦξις, ζευκτὸς κ.ά.
ζ, πρτ. ζων, μέλλ. ζήσω και συνήθ. μέσ. μέλλ. (με την ίδια σημασ.) βιώσομαι, αόρ. β΄ βίων, πρκμ. βεβίωκα. Παθ. πρκμ. βεβίωται, μτχ. ὁ βεβιωμένος (βίος) καιτὰ βεβιωμένα. Παράγ. βιωτὸς (ἀβίωτος), βιωτέος, -τέον.
ζώννυμι (= ζώνω), αόρ. -έζωσα. Παθ. πρκμ. ζωσμαι ή ζωμαι. Παράγ. ζῶμα (διάζωμα), ζωστήρ, ἄζωστος κ.ά.
Η
δομαι (αποθ. = ευχαριστιέμαι, ευφραίνομαι), πρτ. δόμην, παθ. μέλλ. (ως μέσος) σθήσομαι, παθ. αόρ. (ως μέσος) σθην.
μ (= λέω). Εύχρηστος ο παρατ. στο α΄ ενικό  (= ἔφην) και το γ΄ ενικό  (= ἔφη), στις παρενθετικές φράσεις: ν δ’ γ (= είπα εγώ),  δ’ ς (=είπε αυτός),  δ’  (= είπε αυτή).
κω (= έχω έρθει), κον (= είχα έρθει ή ήρθα), ξω (= θα έχω έρθει).
Θ
Θέω, θεῖς, θεῖ κτλ. (= τρέχω), πρτ. θεον, -εις, -ει κτλ., μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) -θεύσομαι. Τα λοιπά από το ρ. τρέχω. Παθ. μόνο μεταθέομαι (= καταδιώκομαι, με κυνηγούν). Παράγ. θοὸς (ποιητ. = γρήγορος).
θηράω – (= κυνηγώ), παρατ. -θήραον-ων, μέλλ. θη-ράσω, αόρ. -θήρ-σα, παρακ. τε-θήρ-κα, υπερσ. -τε-θηρ‘-κειν. Μέσ. και παθ. θηράομαι –μαι· τα λοιπά ποιητ. και μεταγ. Ρημ. επίθ. θηρᾱ-τός, θηρᾱ-τέος. Παράγ. θηρᾱ-τής, θήρᾱ-μα κτλ.
θιγγάνω (εγγίζω, ψαύω), αόρ. β΄ θιγον. Τα λοιπά από το ἅπτομαι. Παράγ. ἄθικτος, εὔθικτος.
θνσκω. Βλ. ποθνσκω.
θραύω. μόνο ο ενεστώτας και ο αόρ. θραυσα. Παθ. θραύομαι, παθ. αόρ. θραύσθην, πρκμ. τέθραυσμαι. Ρηματ. επίθ. θραυστός.
I
άομαι –μαι (αποθ.). (= γιατρεύω), παρατ. ἰᾰόμην-ώμην, μέσ. μέλλ. ἰᾱ‘-σομαι, μέσ. αόρ. ἰᾱ-σάμην, παθ. αόρ. με παθ. διάθ. ἰᾱ‘-θην. Ρημ. επίθ. ἰᾱ-τός, ἰᾱ-τέος. Παράγ. ἴᾱ-σις, ἴᾱ-μα, ἰᾱ-τρὸς κτλ.
ζω. Βλ. καθίζω.
ημι. (= ρίχνω), παρατ. -η-ν, μέλλ. -σω, αόρ. -κα, παρακ. ε-κα. Μέσ. και παθ. -ε-μαι, παρατ. -έ-μην, μέσ. μέλλ. -ή-σο-μαι (φ-ή-σομαι), παθ. μέλλ. -ε-θήσομαι (φ-ε-θήσομαι), μέσ. αόρ. α΄ -η-κά-μην (προ-η-κά-μην, σπάν.), μέσ. αόρ. β΄ -εί-μην (φ-εί-μην, ἀφ-εῖσο, ἀφ-εῖτο κτλ.), παθ. αόρ. -εί-θην (φ-εί-θην, υποτ. ἀφ-ε-θῶ κτλ.), παρακ. -μαι (φ-ε-μαι), υπερσ. -εί-μην (φ-εί-μην, ἀφ-εῖ-σο, ἀφ-εῖ-το κτλ.). Ρημ. επίθ. (ἑ-τὸς) κάθ-ε-τος, ἄφ-ε-τος, συν-ε-τός. Παράγ. ἄν-ε-σις, ἄφ-ε-σις, ἔν-ε-σις, σύν-ε-σις κτλ., ἀφ-έ-της, ἐφ-έ-της κτλ.
κνέομαι -ομαι. Βλ. φικνομαι.
λάσκομαι (αποθ. μεικτό = εξιλεώνω), πρτ. λασκόμην, μέσ. μέλλ. λάσομαι, μέσ. αόρ. -ιλασάμην, παθ. αόρ. λάσθην. Παράγ. ἱλασμός, ἱλαστὴς κ.ά.
στημι. (= στήνω), παρατ. -στη-ν, μέλλ. στή-σω, αόρ. α΄ -στη-σα, αόρ. β΄ -στη-ν, παρακ. -στη-κα, υπερσ. ε-στή-κειν και -στή-κειν, συντέλ. μέλλ. -στή-ξω. Μέσ. και παθ. -στα-μαι, παρατ., στά-μην, μέσ. μέλλ. στή-σομαι, , παθ. μέλλ. στα-θήσομαι,  μέσ. αόρ. α΄ -στη-σάμην, παθ. αόρ. -στά-θην. Ρημ. επιθ. ἀνά-στα-τος, ἀν-υπό-στατος, ἀπο-στα-τέον. Παράγ. στά-σις, ἐπι-στά-της, στα-θμός, στή-λη, στή-μων κτλ.
Ο παρακείμ. ἕστηκα και ο υπερσυντ. εἱστήκειν έχουν σε ορισμένα πρόσωπα και δεύτερους τύπους. Έτσι σχηματίζονται οι τύποι: στηκα, -κας, -κε, -καμεν, -κατε, -κασι και -στα-μεν, ἕ-στα-τε, ἑ-στᾶ-σι. Απαρ. στηκέναι και -στάναι. Μετοχή: στηκώς, -κυῖα, -κὸς και ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς και στός, γεν. ἑστῶτος, ἑστώσης, ἑστῶτος. Υπερσυντέλ. εστήκειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και -στα-σαν.
Κ
Καθέζομαι (κατά + ἕζομαι, αποθ. = κάθομαι), πρτ. (με σημασ. αορ.) καθεζόμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) καθεδομαι.
καθεύδω (κατά + εὕδω = κοιμούμαι), πρτ. κάθευδον ή καθηδον, μέλλ. καθευδήσω. Παράγ. καθευδητέον.
κάθημαι. Ο ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του καθέζομαι. Παρατατ. -καθ-ή-μην, ἐ-κάθ-η-σο, ἐ-κάθ-η-το κτλ. Και χωρίς αύξηση: καθ-ή-μην, καθ-ῆ-σο, καθ-ῆ-το, καθ-ή-μεθα, καθ-ῆ-σθε, καθ-ῆ-ντο. Μέλλ. (συνηρ.) καθ-εδομαι, καθ-εδεῖ, καθ-εδεῖται κτλ. (από το καθέζομαι).
καθίζω (κατά + ἵζω = βάζω κάποιον να καθίσει), πρτ. κάθιζον, μέλλ. (συνηρ.), καθι, -εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. κάθισα και καθσα. Μέσ. καθίζομαι (= καθίζω τον εαυτό μου, βυθίζομαι), πρτ. καθιζόμην, μέσ. μέλλ. καθιζήσομαι, μέσ. αόρ. -εκαθισάμην.
καίω και κάω. πρτ. καιον και καον, μέλλ. καύσω, αόρ. καυσα, πρκμ. κέκαυκα. Παθ. καίομαι και κάομαι, πρτ. καόμην (μόνο), παθ. μέλλ. καυθήσομαι, παθ. αόρ. καύθην, πρκμ. κέκαυμαι, υπερσ. κεκαύμην. Ρηματ. επίθ. ἄκαυ-σ-τος, περίκαυ-σ-τος (αλλά πυρίκαυ-σ-τος και πυρίκαυ-τος).
καλέω –. παρατ. κάλεον -ουν, μέλλ. συνηρημ. καλ, αόρ. -κάλε-σα, παρακ. κέ-κλη-κα, υπερσ. -κε-κλή-κειν. Παθ. καλέομαι -ομαι, παρατ. καλεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. καλομαι, παθ. μέλλ. κλη-θήσομαι, μέσ. αόρ. -καλε-σάμην, παθ. αόρ. -κλή-θην, παρακ. κέ-κλη-μαι, υπερσ. -κε-κλή-μην. Ρημ. επίθ. κλη-τός, κλη-τέος. Παράγ. κλῆ-σις, κλη-τὴρ κτλ.
κάμνω (= κοπιάζω, κουράζομαι), πρτ. καμνον, μέσ. μέλλ. καμομαι, αόρ. β΄ καμον, πρκμ. κέκμηκα, υπερσ. κεκμήκειν. Παράγ. κάματος, ἀποκμητέον.
κατάγνυμι (κατά + ἄγνυμι = σπάζω, τσακίζω), μέλλ. κατάξω, αόρ. κατέαξα (υποτ. κατ-άξω κτλ.). Παθ. κατάγνυμαι, παθ. αόρ. κατεάγην (υποτ. καταγῶ, ευκτ. καταγείην κτλ.), ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. κατέαγα (= είμαι τσακισμένος). Παράγ. κάταξις, κάταγμα, κατακτὸς (= που μπορεί κανείς να τον σπάσει).
καταδαρθάνω (κατά + δαρθάνω = κοιμούμαι), αόρ. β΄ κατέδαρθον, πρκμ. καταδεδάρθηκα.
(κατα)λεύω. (= λιθοβολώ), πρτ. κατέλευον, αόρ. κατέλευσα. Παθ. μέλλ. καταλευσθήσομαι, παθ. αόρ. κατελεύσθην. Ρηματ. επίθ. λιθό-λευστος.
κεμαι. Το ρ. κεῖμαι (= κείτομαι, είμαι τοποθετημένος). Ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του ρ. τίθεμαι. Παρατ. (με σημασία υπερσυντ.) -κεί-μην, ἔ-κει-σο, ἔ-κει-το κτλ. Μέλλ. κεί-σομαι, κεί-σῃ, κεί-σεται κτλ.
Παράγ. κειμήλιον, κοίτη (απ’ όπου κοιτίς, κοιτὼν κτλ.).
κελεύω. (= διατάζω, παραγγέλνω), πρτ. κέλευον, μέλλ. κελεύσω, αόρ. κέλευσα, πρκμ. κεκέλευκα. Παθ. κελεύομαι, πρτ. κελευόμην, παθ. αόρ. κελεύσθην, πρκμ. κεκέλευσμαι. Ρηματ. επίθ. ἀκέλευστος, κελευστέος.
κεράννυμι και (σπάν.) κεραννύω (λέγεται για τα υγρά = κάνω μείγμα, ανακατεύω) αόρ. κέρασα. Μέσ. και παθ. κεράννυμαι, παθ. μέλλ. κραθήσομαι, παθ. αόρ. κράθην και κεράσθην, μέσ. αόρ. -εκερασάμην, πρκμ. κέκραμαι, υπερσ. κεκράμην. Παράγ. κρᾶσις, κρᾶμα, κρατήρ, ἄκρατος, εὔκρατος, ἀκέραστος, συγκρατέον κ.ά.
κλαίω και κλάω. πρτ. κλαον, μέλλ. κλαύσομαι και κλαήσω ή κλαιήσω, αόρ. κλαυσα. Μέσ. αόρ. κλαυσάμην. Ρηματ. επίθ. κλαυ(σ)τός, ἄκλαυ(σ)τος.
κλείω (κλω) πρτ. κλον ή κλειον, μέλλ. κλσω ή κλείσω, αόρ. κλσα ή κλεισα. Μέσ. και παθ. -κλήομαι ή -κλείομαι, πρτ. -εκλόμην ή -εκλειόμην, παθ. μέλλ. -κλ-σ-θήσομαι ή -κλει-σ-θήσομαι, μέσ. αόρ. -εκλσάμην ή -εκλεισάμην, παθ. αόρ. κλ-σ-θην ή κλεί-σ-θην, πρκμ. κέκλμαι ή κέκλειμαι, υπερσ. κεκλμην ή κε-κλείμην. Ρηματ. επίθ. κλῃ-σ-τός ή κλει-σ-τός.
κλέπτω, πρτ. κλεπτον, μέλλ. κλέψω και μέσ. μέλλ. (με την ίδια σημασ.) κλέψομαι, αόρ. κλεψα, πρκμ. κέκλοφα. Παθ. κλέπτομαι, παθ. αόρ. κλάπην, πρκμ. -κέκλεμμαι. Παράγ. κλέμμα, κλέπτης, κλοπή.
κλω και κλείω. Βλέπε ρήμα κλείω.
κράζω, αόρ. β΄ -έκραγον, πρκμ. β΄ (με σημασ. ενεστ.) κέκραγα (= φωνάζω δυνατά), υπερσ. β΄ ἐκεκράγειν). Παράγ. κραυγή· από το θ. του πρκμ. κεκραγμός, κεκράκτης (ποητικά).
κρεμάννυμι (= κρεμώ), αόρ. κρέμασα. Μέσ. και παθ. κρεμάννυμαι, παθ. αόρ. κρεμάσθην, πρκμ. κρέμαμαι.
κρούω. πρτ. κρουον, μέλλ. κρούσω, αόρ. κρουσα, πρκμ. -κέκρουκα, υπερσ. -εκεκρούκειν. Μέσ. και παθ. κρούομαι, πρτ. κρουόμην, μέσ. μέλλ. κρούσομαι, μέσ. αόρ. κρουσάμην, παθ. αόρ. -εκρούσθην, πρκμ. κέκρου(σ)μαι, υπερσ. κεκρούσμην. Ρηματ. επίθ. ἀπο-κρουστέον.
κτάομαι –μαι (αποθ. μεικτό), πρτ. κτώμην, μέσ. μέλλ. κτήσομαι, μέσ. αόρ. κτησάμην, παθ. αόρ. κτήθην, πρκμ. κέκτημαι και κτημαι (υποτ. (κ)ἐκτημένος ὦ κτλ. και μονολ. κέκτωμαι, γ΄ εν. κεκτῆται, β΄ πλ. κεκτῆσθε· ευκτ. (κ)ἐκτημένος εἴην κτλ. και μονολ. κεκτῄμην, κεκτῇο, κεκτῇτο κτλ.· προστ. κέκτησο· απαρ. κεκτῆσθαι, μετ. (κ)ἐκτημένος), υπερσ. κεκτήμην, συντελ. μέλλ. κεκτήσομαι και κτήσομαι. Παράγ. κτῆμα, κτήτωρ, κτητὸς (ἄκτητος κτλ.), κτητέον κ.ά.
Λ
Λαγχάνω (= παίρνω κάτι με κλήρο, παίρνω μέρος σε κάτι), πρτ. λάγχανον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) λήξομαι, αόρ. β’ λαχον, πρκμ. εληχα, υπερσ. ελήχειν. Παθ. λαγχάνομαι, παθ. αόρ. λήχθην, πρκμ. εληγμαι. Παράγ. λῆξις (= κλήρωση· διαφορετικό από το λῆξις = τέλος, παράγ. του λήγω), λάχος (= κλήρος, μερίδιο), ληκτέος κ.ά.
λαμβάνω, πρτ. λάμβανον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) λήψομαι, αόρ. β΄ λαβον, πρκμ. εληφα, υπερσ. ελήφειν. Μέσ. και παθ. λαμβάνομαι, πρτ. λαμβανόμην, παθ. μέλλ. ληφθήσομαι, παθ. αόρ. λήφθην, μέσ. αόρ. β΄ λαβόμην, πρκμ. ελημμαι, υπερσ. -ειλήμμην. Παράγ. λῆψις, λῆμμα (δίλημμα κτλ.), λήπτης, ληπτός, ληπτέος κ.ά.
λανθάνω (= μένω κρυμμένος ή απαρατήρητος, ξεφεύγω την προσοχή κάποιου), πρτ. λάνθανον, μέλλ. λήσω, αόρ. β΄ λαθον, πρκμ. λέληθα, υπερσ. λελήθειν. Παράγ. λάθος, λήθη. Βλ. και ἐπιλανθάνομαι.
λέγω (= μιλώ), πρτ. λεγον, μέλλ. λέξω ή (συνηρ.) ρ, -εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. α΄ λεξα ή επα, αόρ. β΄ επον, πρκμ. ερηκα, υπερσ. ερήκειν. Παθ. λέγομαι, πρτ. λεγόμην, παθ. μέλλ. λεχθήσομαι και συνήθ. ηθήσομαι, παθ. αόρ. λέχθην και συνήθ. ρρήθην, πρκμ. λέλεγμαι και και συνήθ. ερημαι, υπερσ. ερήμην, συντελ. μέλλ. ερήσομαι. Παράγ. λέξις, λόγος, ῥῆμα, ῥήτωρ, λεκτός, λεκτέος. Βλ. και ρ. διαλέγομαι.
-λέγω (= μαζεύω). Βλ. ρ. συλλέγω.
λείπω (= αφήνω), πρτ. λειπον, μέλλ. λείψω, αόρ. β΄ λιπον, πρκμ. β΄ λέλοιπα, υπερσ. λελοίπειν. Μέσ. και παθ. λείπομαι, πρτ. λειπόμην, μέσ. μέλλ. -λείψομαι, παθ. μέλλ. -λειφθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ -ελιπόμην, παθ. αόρ. λείφθην, πρκμ. λέλειμμαι, υπερσ. λελείμμην, συντελ. μέλλ. λελείψομαι. Παράγ. λεῖψις (ἔκλειψις, ἔλλειψις κτλ.), λεῖμμα (διάλειμμα κτλ.), λειπτὸς (ἀδιάλειπτος κτλ.), λειπτέον, λοιπὸς κ.ά.
λεύω. Βλ. (κατα)λεύω
λούω. μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. λομαι, πρτ. λούμην, μέσ. μέλλ. λούσομαι, μέσ. αόρ. λουσάμην, πρκμ. λέλουμαι (μεταγεν. λέλουσμαι).
Μ
Μανθάνω, πρτ. μάνθανον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) μαθήσομαι, αόρ. β΄ μαθον, πρκμ. μεμάθηκα, υπερσ. μεμαθήκειν. Παθ. μόνο ενεστ. μανθάνομαι. Παράγ. μάθησις, μάθημα, μαθητής, μαθητός, μαθητέον κ.ά.
μάχομαι (αποθ. μέσ.), πρτ. μαχόμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) μαχομαι, -εῖ, -εῖται κτλ., μέσ. αόρ. μαχεσάμην, πρκμ. μεμάχημαι. Παράγ. μαχητής, μαχητός (ἀμάχητος κτλ.), μαχητέον και μαχετέον κ.ά.
μείγνυμι και μειγνύω (= σμίγω), πρτ. -εμείγνυν, μέλλ. μείξω, αόρ. μειξα. Μέσ. και παθ. μείγνυμαι, πρτ. -εμειγνύμην, παθ. μέλλ. –μειχθήσομαι, μέσ. αόρ. μειξάμην, παθ. αόρ. α΄ (και ως μέσ.) μείχθην και παθ. αόρ. β΄ (και ως μέσ.) μίγην, πρκμ. μέμειγμαι, υπερσ. μεμείγμην. Παράγ. μεῖξις, μεῖγμα, μιγάς, μεικτός, μεικτέον κ.ά.
μέλει (απρόσ. = υπάρχει φροντίδα), πρτ. μελε, μέλλ. μελήσει, αόρ. μέλησε, πρκμ. μεμέληκε, υπερσ. μεμελήκει. Παράγ. μέλημα (= φροντίδα), μελητέον κ.ά.
μέλλω (= έχω σκοπό, αναβάλλω), πρτ. μελλον και μελλον, μέλλ. μελλήσω, αόρ. μέλλησα. Παθ. γ΄ εν. μέλλεται. Παράγ. μέλλησις, μέλλημα (= αργοπορία), μελλητής (= αυτός που αργοπορεί, που διστάζει), μελλητέον κ.ά.
μένω, πρτ. μενον, μέλλ. (συνηρ.) μεν, -εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. μεινα, πρκμ. μεμένηκα. Παράγ. μενετός, μενετέον, μόνος, μονάς, μονὴ κ.ά.
μιμνήσκω (= θυμίζω), εύχρ. τα συνθ. να(πο)μιμνήσκω κτλ., πρτ. –εμίμνησκον, μέλλ. -μνήσω, αόρ. -έμνησα. Μέσ. μιμνήσκομαι (συνήθ. σύνθ.) πρτ. -εμιμνησκόμην, μέσ. μέλλ. -μνήσομαι, παθ. μέλλ. (ως μέσος) μνησθήσομαι, παθ. αόρ. (ως μέσος) μνήσθην, πρκμ. (με σημασ. ενεστ.) μέμνημαι (= θυμούμαι· υποτ. μεμνῶμαι, -ῇ, -ῆται, κτλ., ευκτ. μεμνῄμην, -ῇo, -ῇτο κτλ.), υπερσ. (με σημασ. πρτ.) μεμνήμην, συντελ. μέλλ. μεμνήσομαι. Παράγ. μνήμη, μνήμων, μνῆμα, ὑπό(ἀνά)μνησις, -μνηστὸς (ἀναμνηστός, ἀείμνηστος κτλ.), -μνηστέον κ.ά.
Ν
Νέμω (= μοιράζω, βόσκω), πρτ. νεμον, μέλλ. (συνηρ.) νεμ, -εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. νειμα, πρκμ. νενέμηκα. Μέσ. και παθ. νέμομαι, πρτ. νεμόμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) νεμομαι, – εῖ, -εῖται κτλ., μέσ. αόρ. νειμάμην, παθ. αόρ. νεμήθην, πρκμ. νενέμημαι, υπερσ. νενεμήμην. Παράγ. νομεύς, νομή, νόμος, νομός, -νεμητός (ἀνέμητος κτλ.), -νεμητέον κ.ά.
νέω, νεῖς, νεῖ κτλ. (= πλέω, κολυμπώ), πρτ. -ένεον, -ένεις, -ένει κτλ., μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργητ. σημασ.) νεύσομαι, αόρ. νευσα, πρκμ. νένευκα. Παράγ. νεῦσις (= κολύμπημα), νευστέον κ.ά.
Ξ
Ξέω, ξεῖς, ξεῖ, ξέομεν, ξεῖτε, ξέουσι. (= ξύνω), αόρ. ξεσα. Παράγ. ξέσις, ξέσμα, ξεστήρ, ξέστρον, ξεστός (ἄξεστος) κ.ά. Ρημ. επίθ. ξεσ-τός, ἄ-ξεσ-τος. Παράγ. ξέ-σις κτλ.
ξύω. αόρ. ξσα. Μέσ. αόρ. ξυσάμην, παθ. αόρ. -εξύσθην. Ρηματ. επίθ. ξυστός.
Ο
Οδα (= ξέρω) Το οἶδα είναι παρακείμ. β΄ του άχρηστου ρ. εἴδω και πήρε σημασία ενεστώτα. Υπερσυντέλ. (με σημασία παρατ.) δ-ειν ή δ-η, ᾔδ-εις ή ᾔδ-ησθα, ᾔδ-ει ή ᾔδ-ειν, ᾔδ-ε-μεν ή ᾖσ-μεν, ᾔδ-ε-τε ή ᾖστε, ᾔδ-ε-σαν ή ᾖ-σαν, ᾔδ-ειτον ή ᾖσ-τον, ᾐδ-είτην ή ᾔσ-την. Μέλλ. ε-σομαι και εδή-σω. Ρημ. επίθ. ἰσ-τέον. Παράγ. εἴδησις, εἶδος, επίρρ. (από τη μετοχή) εἰδότως (= με επίγνωση, συνειδητά), ἵστωρ (= γνώστης, έμπειρος)· απ’ αυτό: ἱστορία.
οομαι και ομαι (αποθ. παθ. = νομίζω, φρονώ), πρτ. όμην και μην, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) οήσομαι, παθ. αόρ. (μ’ ενεργ. σημασ.) ήθην. Παράγ. οἰησις, οἰητέον.
οχομαι (αποθ. ενεστ. με σημασ. πρκμ. = έχω φύγει), πρτ. (με σημασ. υπερσ.) χόμην, μέσ. μέλλ. οχήσομαι. Παράγ. οἰχητέον.
λλυμι. Βλ. ἀπόλλυμι.
μνυμι (= ορκίζομαι), πρτ. μνυν, μέσ. μέλλ. (συνηρ., μ’ ενεργ. σημασ.) μομαι, -εῖ, -εῖται κτλ., αόρ. μοσα, πρκμ. μώμοκα, υπερσ. μωμόκειν. Μέσ. και παθ. -όμνυμαι, πρτ. -ωμνήμην, παθ. μέλλ. –ομοσθήσομαι, μέσ. αόρ. –ωμοσάμην, παθ. αόρ. μό(σ)θην, πρκμ. μώμο(σ)ται (πβ. ὀμώμοσται Ζεύς = έχει γίνει όρκος στ’ όνομα του Δία), υπερσ. μώμο(σ)το. Παράγ. ἀνώμοτος, ἀπώμοτος, συνώμοτον (= σύνδεσμος που έγινε με όρκο, ομοσπονδία), συνωμότης κ.ά.
νίνημι. (=οφελώ, ευεργετώ) (Ενεστ. οριστ. ὀ-νί-νη-μι, ὀνίνης, ὀνίνησι· τα λοιπά πρόσ. άχρηστα – υποτ., ευκτ. και προστ. λείπουν· απαρ. ὀνινάναι, μετοχή μόνο θηλ. ὀνινᾶσα), παρατ. (λείπει και στη θέση του χρησιμοποιείται ο παρατ. του ὠφελῶ) φέλουν, μελλ. νή-σω, αόρ. νη-σα. Μέσ. και παθ. -νί-ν-μαι (εκτός από την οριστ. εύχρηστη η ευκτ. ὀνιναίμην, ὀνίναιο, ὀνίναιτο, ὀνιναίμεθα, ὀνίναισθε, ὀνίναιντο, που τονίζεται κατά τα βαρύτονα, και το απαρ. ὀνίνασθαι), παρατ. -νι-νά-μην, μέσ. μέλλ. νή-σομαι, μέσ. αόρ. νή-μην (ευκτ. ὀναίμην, ὄναιο, ὄναιτο, ὀναίμεθα, ὄναισθε, ὄναιντο, που τονίζεται κατά τα βαρύ­τονα· απαρ. ὄνα-σθαι), παθ. αόρ. νή-θην· τα λοιπά από το ὠφελοῦμαι. Ρημ. επίθ ἀνόνη-τος (ενεργ. = εκείνος που δεν ωφελεί, ανώφελος· παθ. = εκείνος που δεν ωφελείται), ὀνη-τέον. Παράγ. ὄνησις κτλ.
ράω – (= βλέπω), πρτ. ώρων, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) ψομαι, αόρ. β΄ εδον, (υποτ. ἴδω, ευκτ. ἴδοιμι, προστ. ἰδέ, απαρ. ἰδεῖν, μετ. ἰδών), πρκμ. όρακα ή ώρακα και ποιητ. πωπα, υπερσ. ωράκειν. Μεσ. και παθ. ρμαι, πρτ. ωρώμην, παθ. μέλλ. φθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ -ειδόμην (υποτ. ἴδωμαι κτλ.), παθ. αόρ. φθην, πρκμ. όραμαι ή ώραμαι και μμαι (ὦψαι, ὦπται, ὤμμεθα, ὦφθε, ὠμμένοι εἰσιν.). Παράγ. ὅρασις, ὄψις, ὄμμα, ὀπή, ὁρατὸς (ἀόρατος κτλ.), ἄοπτος (ὕποπτος, ἀνύποπτος κτλ.).
φείλω (= χρωστώ), πρτ. φειλον, μέλλ. φειλήσω, αόρ. φείλησα και αόρ. β΄ φελον (υποτ. ὀφέλω κτλ.), πρκμ. φείληκα, υπερσ. φειλήκειν. Παθ. φείλομαι, πρτ. φειλόμην, παθ. αόρ. φειλήθην. Παράγ. ὀφειλή, ὀφείλημα, ὀφειλέτης (θηλ. ὀφειλέτις -ιδος) κ.ά.
φλισκάνω (= καταδικάζομαι να πληρώσω πρόστιμο), πρτ. φλίσκανον, μέλλ. φλήσω, αόρ. β΄ φλον (υποτ. ὄφλω κτλ.), πρκμ. φληκα, υπερσ. φλήκειν. Παθ. πρκμ. μετ. ὠφλημένος. Παράγ. ὄφλησις, ὄφλημα, ὀφλητὴς κ.ά.
Π
Παίζω, πρτ. παιζον, μέσ. μέλλ. (δωρικός, μ’ ενεργ. σημασ.) παιξομαι, -εῖ, -εῖται κτλ., αόρ. παισα. Παθ. πρκμ. πέπαισμαι. Παράγ. παιδιὰ (ἡ), παίκτης, παικτός, παικτέον και παιστέον κ.ά.
παίω. (= χτυπώ), πρτπαιον, μέλλ. παίσω, αόρ. παισα, πρκμ. πέπαικα. Παθ. παίομαι, (πρτ. παιόμην, μέσ. αόρ. παισάμην), παθ. αόρ. παίσθην. Ρηματ. επίθ. ἀνά-παι-σ-τος.
πάσχω, πρτ. πασχον, μέσ. μέλλ. (με παθ. σημασ.) πείσομαι, αόρ. β΄ παθον, πρκμ. πέπονθα, υπερσ. πεπόνθειν. Παράγ. πάθος, πάθη ἡ (= παθητική κατάσταση, πάθημα), πάθημα, πάθησις, πένθος κ.ά.
πατάσσω (= χτυπώ), εύχρ. ο αόρ. πάταξα. Τα λοιπά από τα συνώνυμα παίω, πλήττω, τύπτω.
παύω. πρτ. παυον, μέλλ. παύσω, αόρ. παυσα, πρκμ. πέπαυκα. Μέσ. και παθ. παύομαι, πρτ. παυόμην, μέσ. μέλλ. παύσομαι, μέσ. αόρ. παυσάμην, παθ. μέλλ. παυ(σ)θήσομαι, παθ. αόρ. παύ(σ)θην, πρκμ. πέπαυμαι, υπερσ. πεπαύμην. Ρηματ. επίθ. ἄπαυ(σ)τος, παυ(σ)τέον.
πείθω, πρτ. πειθον, μέλλ. πείσω, αόρ. πεισα, πρκμ. πέπεικα, υπερσ. πεπείκειν. Μέσ. και παθ. πείθομαι, πρτ. πειθόμην, μέσ. μέλλ. πείσομαι, παθ. μέλλ. πεισθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ πιθόμην, παθ. αόρ. (και ως μέσ.) πείσθην, πρκμ. πέπεισμαι, υπερσ. πεπείσμην και ενεργ. πρκμ. β΄ (ως μέσ.) πέποιθα (= έχω πεποίθηση, έχω θάρρος), ενεργ. υπερσ. β΄ (ως μέσ.) πεποίθειν. Παράγ. πειθώ, πιθανός, πίστις, πιστός, πειστέον κ.ά.
πειν, πεινῇς, πεινῇ, πεινῶμεν, πεινῆτε, πεινῶσι, πρτ. πείνων, -ης, -η, -ῶμεν, -ῆτε, -ων, μέλλ. πεινήσω, αόρ. πείνησα, πρκμ. πεπείνηκα.
πέπρωται. To απρόσωπο πέπρωται (= είναι πεπρωμένο). Τούτο είναι παρακείμ. ρήματος άχρηστου στον ενεστώτα, που έχει αόρ. β΄ ἔ-πορ-ον (ποιητ. = έδωσα). Εύχρηστοι τύποι: το γ΄ εν. του παρακ. πέ-πρω-ται ή πε-πρω-μένον στί, το γ΄ εν. του υπερσ. -πέ-πρω-το και η μετοχή του παρακ.  πεπρωμένη (ενν. μοῖρα), τ πεπρωμένον (ενν. μέρος).
πετάννυμι (= ανοίγω), εύχρ. τα συνθ. να-πετάνννμι κτλ., πρτ. -επετάννυν, αόρ. -επέτασα. Παθ. -πετάννυμαι, πρτ. -επεταννύμην, πρκμ. -πέπταμαι. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. Παράγ. πέτασμα, πέτασος κ.ά.
πέτομαι (αποθ. μέσ. = πετώ), μέσ. μέλλ. -πτήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ –επτόμην. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. Παράγ. πτῆσις, πτῆμα κ.ά.
πήγνυμι και πηγνύω (= μπήγω), αόρ. πηξα. Μέσ. και παθ. πήγνυμαι, πρτ. πηγνύμην, παθ. μέλλ. β΄ παγήσομαι, μέσ. αόρ. -επηξάμην, παθ. αόρ. β΄ πάγην, ενεργ. πρκμ. β΄ (ως μέσος) πέπηγα, υπερσ. πεπήγειν. Παράγ. πηκτός, πῆξις, πῆγμα, πάγος, παγίς, πάγη (= παγίδα) κ.ά.
πίμπλημι. παρατ. -πί-μ-πλη-ν, μέλλ. -πλή-σω, αόρ. -έ-πλη-σα, παρακ. πέ-πλη-κα. Μέσ. και παθ. πί-μ-πλ-μαι, παρατ. -πι-μ-πλά-μην, (μέσ. μέλλ. πλή-σομαι), παθ. μέλλ. πλη-σ-θήσομαι, μέσ. αόρ. α΄ -πλη-σάμην και μέσ. αόρ. β΄ -ε-πλή-μην (σπάν.), παθ. αόρ. -πλήσ-θην, παρακ. -πέ-πλη-σ-μαι. Ρημ. επίθ. ἄ-πλη-σ-τος, ἐμ-πλη-σ-τέος. Παράγ. πλήρης, πλῆθος κτλ.
πίμπρημι. συνήθ. σύνθ. μ-πί-(μ)-πρη-μι, παρατ. ν-ε-πί-μ-πρη-ν, μέλλ. μ-πρή-σω, αόρ. ν-έ-πρη-σα. Παθ. μ-πί-πρα-μαι, παθ. αόρ. ν-ε-πρή-σ-θην. Παράγ. πρῆσις, ἐμπρησμός, ἐμπρηστής κτλ.
πίνω, πρτ. πινον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) πίομαι, αόρ. β΄ πιον, πρκμ. πέπωκα. Παθ. πίνομαι, πρτ. πινόμην, παθ. αόρ. -επόθην, πρκμ. πέπομαι. Παράγ. πόσις, πότης, ποτὸς (ως ουσ. ποτόν), ἄποτος, ποτέος κ.ά. Τα συνθ. παράγ. αττ. αἱματοπώτης, οἰνοπώτης, ὑδροπώτης κτλ.. Επίσης σύνθ. αττ. φιλοπότης, φιλοποσία (από θ. πο-).
πιπράσκω (= πουλώ), εύχρ. μόνο ο πρκμ. πέπρακα και ο υπερσ. πεπράκειν. Παθ. πιπράσκομαι, παθ. αόρ. πράθην, πρκμ. πέπραμαι, υπερσ. πεπράμην, συντελ. μέλλ. πεπράσομαι. Οι χρόνοι που λείπουν αναπληρώνονται από το ρ. πωλῶ και ἀποδίδομαι. Παράγ. πρᾶσις, πρατήρ, ἄπρατος, πρατέος κ.ά. Βλ. και ρ. πωλῶ.
πίπτω, πρτ. πιπτον, μέσ. μέλλ. (δωρικός) πεσομαι, -εῖ, -εῖται, -ούμεθα, -εῖσθε, -οῦνται, αόρ. β΄ πεσον, πρκμ. πέπτωκα, υπερσ. πεπτώκειν. Παράγ. πτῶσις, πτῶμα κ.ά.
πλέκω, αόρ. πλεξα. Μέσ. και παθ. πλέκομαι, πρτ. πλεκόμην, παθ. αόρ. α΄ πλέχθην, παθ. αόρ. β΄ (και ως μέσος) -επλάκην, πρκμ. πέπλεγμαι. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. Παράγ. πλέξις, πλέγμα, πλοκὴ κ.ά.
πλέω, πλεῖς, πλεῖ, πλέομεν, πλεῖτε, πλέουσι, πρτ. πλεον, ἔπλεις, ἔπλει, ἐπλέομεν, ἐπλεῖτε, ἔπλεον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) πλεύσομαι και δωρικός πλευσομαι, -εῖ, -εῖται κτλ., αόρ. πλευσα, πρκμ. πέπλευκα, υπερσ. -επεπλεύκειν. Παθ. πρκμ. πέπλευσμαι. Παράγ. πλεῦσις, ἄπλευστος, πλευστέον, (πλόος) πλοῦς, (πλό-ιον) πλοῖον κ.ά.
πλήττω (= χτυπώ), συνήθ. σύνθ. κπλήττω, πιπλήττω κτλ.· το απλό ρ. πλήττω με τη σημασία του «χτυπώ» έχει εκτός από τον ενεστ. εύχρηστους χρόνους μόνο: ενεργ. πρκμ. β΄ πέπληγα, παθ. μέλλ. β΄ πληγήσομαι, παθ. αόρ. β΄ πλήγην, πρκμ. πέπληγμαι, συντελ. μέλλ. πεπλήξομαι. Τα λοιπά αναπληρώνονται από τα ρ. παίω, πατάσσω και τύπτω. Παράγ. πληγή, πλῆγμα, πλήκτης, πλῆκτρον κ.ά.
πνέω, πνεῖς, πνεῖ, πνέομεν, πνεῖτε, πνέουσι, πρτ. πνεον, ἔπνεις, ἔπνει, ἐπνέομεν, ἐπνεῖτε, ἔπνεον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) πνεύσομαι και δωρικός πνευσομαι, -εῖ, -εῖται, -ούμεθα, -εῖσθε, οῦνται, αόρ. πνευσα, πρκμ. -πέπνευκα. Παθ. σύνθ. διαπνέομαι. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν.
πρίω. (= πριονίζω), πρτ. πριον, αόρ. πρισα. Παθ. πρκμ. πέπρισμαι.
πταίω, πρτ. πταιον, μέλλ. πταίσω, αόρ. πταισα, πρκμ. πταικα. Ρηματ. επίθ. ἄ-πται- σ-τος.
πτάρνυμαι (αποθ. = φτερνίζομαι), εύχρ. ο ενεστ. και ο ενεργ. αόρ. β΄ πταρον. Παράγ. πταρμός.
πτύω. αόρ. -έπτσα. Ρηματ. επίθ. κατά-πτυστος. Τα λοιπά μεταγενέστερα.
πυνθάνομαι (αποθ. μέσ. = ρωτώ, μαθαίνω), πρτ. πυνθανόμην, μέσ. μέλλ. πεύσομαι, μέσ. αόρ. β΄ πυθόμην, πρκμ. πέπυσμαι, υπερσ. πεπύσμην. Παράγ. πευστέον, πύστις (= ερώτηση, πληροφορία, φήμη), πύσμα (= ερώτηση).
πωλέω –, πρτ. πώλουν, μέλλ. πωλήσω. Παθ. πωλομαι, πρτ. πωλούμην, παθ. αόρ. πωλήθην. Τα λοιπά αναπληρώνονται από τα ρ. πιπράσκω και ἀποδίδομαι. Παράγ. πώλησις, πωλητής. Βλ. και ρ. πιπράσκω.
Ρ
έω, ῥεῖς, ῥεῖ, ῥέομεν, ῥεῖτε, ῥέουσι, πρτ. ρρεον, ἔρρεις, ἔρρει, ἐρρέομεν, ἐρρεῖτε, ἐρρέουσι, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) υήσομαι, αόρ. ρρύην, πρκμ. ρρύηκα, υπερσ. -ερρυήκειν. Παράγ. ῥεῦμα, ῥευστός, ῥυτός (περίρρυτος κτλ.), ῥύμη, ῥύαξ, ῥοή, (ῥό-ος) ῥοῦς κ.ά.
ήγνυμι (= σκίζω), πρτ. -ερρήγνυν, μέλλ. -ρήξω, αόρ. ρρηξα. Μέσ. και παθ. ήγνυμαι πρτ. ρρηγνύμην, μέσ. αόρ. -ερρηξάμην, παθ. αόρ. β΄ ρράγην, ενεργ. πρκμ. ως μέσ. και παθ. -έρρωγα, υπερσ. -ερρώγειν. Παράγ. ῥῆξις, ῥῆγμα, ῥήκτης, ῥηκτὸς (ἄρρηκτος κτλ.), ῥωγμὴ κ.ά.
ιγόω –. (= με πιάνει ρίγος, κρυώνω), Οριστ. ενεστ. ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ, ῥιγῶμεν, ῥιγῶτε, ῥιγῷσι(ν)· παρατ. (ἐρρίγω-ον) ρρίγων, ἐρρίγως, ἐρρίγω, ἐρριγῶμεν, ἐρριγῶτε, ἐρρίγων.
Υποτ. ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ, ῥιγῶμεν, ῥιγῶτε, ῥιγῶσι.
Ευκτ. ῥιγῴην, ῥιγῴης, ῥιγῴη, ῥιγῷμεν, ῥιγῷτε, ῥιγῷεν.
Προστ. δεν έχει. Απαρ. ῥιγῶν. Μετ. ῥιγῶν, γεν. ῥιγῶντος κτλ.
ώννυμι (= δυναμώνω), αόρ. ρρωσα. Παθ. αόρ. (και ως μέσος) ρρώσθην, πρκμ. ρρωμαι, υπερσ. ρρώμην. Παράγ. ῥώμη, ῥῶσις (ἀνάρρωσις), ἄρρωστος, εὔρωστος κ.ά.
Σ
Σβέννυμι (= σβήνω), αόρ. σβεσα. Παθ. -σβέννυμαι, πρτ. -εσβεννύμην, μέσ. μέλλ. (ως παθ.) -σβήσομαι, παθ. αόρ. -εσβέσθην, ενεργ. αόρ. β΄ (ως παθ.) σβην, ενεργ. πρκμ. (ως παθ.) -έσβηκα, ενεργ. υπερσ. (ως παθ.) –εσβήκειν. Παράγ. σβέσις, σβεστὸς (ἄσβεστος) κ.ά.
σείω. πρτ. σειον, αόρ. σεισα. Μέσ. και παθ. σείομαι, μέσ. αόρ. σεισάμην, παθ. αόρ. σεί-σ-θην, πρκμ. σέ-σει-σ-μαι. Ρηματ. επίθ. διά-σει-σ-τος.
σήπω (= σαπίζω). Παθ. σήπομαι, παθ. μέλλ. β΄ -σαπήσομαι, παθ. αόρ. β΄ σάπην, ενεργ. πρκμ. β΄ (με παθ. σημασ.) σέσηπα. Παράγ. σῆψις, σαπρός, ἄσηπτος κ.ά.
σκοπέω – και σκοπέομαι -ομαι (= παρατηρώ, εξετάζω, σκέφτομαι), πρτ. σκόπουν και σκοπούμην, μέσ. μέλλ. σκέψομαι, μέσ. αόρ. σκεψάμην, πρκμ. (μ’ ενεργ. και παθ. σημασ.) σκεμμαι, υπερσ. (με παθ. σημασ.) σκέμμην, συντελ. μέλλ. (με παθ. σημασ.) σκέψομαι. Παράγ. σκέψις, σκέμμα, σκοπός, σκοπιά, ἄσκεπτος (ἀπερίσκεπτος κτλ.), σκεπτέος, σκεπτέον.
σπάω –. παρατ. σπον -ων, μέλλ. σπ΄σω, αόρ. -σπ-σα. Παθ. σπ΄ομαι –μαι, παρατ. -σπόμην -ώμην, μέσ. μέλλ. σπ΄-σομαι, μέσ. αόρ. -σπ-σάμην, παρακ. -σπ– σ-μαι. Ρημ. επίθ. ἀνά-σπᾰσ-τος, ἀ-διά-σπᾰσ-τος κτλ.
σπένδω (= κάνω σπονδή, δηλ. χύνω από το ποτήρι μου λίγο κρασί προς τιμή των θεών και απλώς: χύνω), πρτ. σπενδον, μέλλ. σπείσω, αόρ. σπεισα. Μέσ. σπένδομαι (= κάνω συνθήκη με σπονδές, ειρηνεύω), πρτ. σπενδόμην, μέσ. μέλλ. σπείσομαι, μέσ. αόρ. σπεισάμην, πρκμ. (μέσ. και παθ.) σπεισμαι, υπερσ. σπείσμην. Παράγ. σπονδὴ (= το χύσιμο του κρασιού κατά τη θυσία, προσφορά ποτού κτλ.)· πληθ. σπονδαὶ (= επίσημη συνθήκη, ανακωχή κτλ.).
στρέφω, πρτ. στρεφον, μέλλ. στρέψω, αόρ. στρεψα. Μέσ. και παθ. στρέφομαι, πρτ. στρεφόμην, μέσ. μέλλ. -στρέφομαι, παθ. μέλλ. β΄ –στραφήσομαι, μέσ. αόρ. -εστρεψάμην, παθ. αόρ. β΄ (και ως μέσ.) στράφην, παθ. αόρ. α΄ (σπάν.) στρέφθην, πρκμ. στραμμαι, υπερσ. -εστράμμην. Παράγ. στρέψις, στρέμμα, στροφή, στρεπτός, ἀναστρεπτέον κ.ά.
στρώννυμι και ποιητ. στόρνυμι (= στρώνω), πρτ. στρώννυν, αόρ. στόρεσα. Παθ. -στόρνυμαι, πρκμ. στρωμαι. Παράγ. στρωτός, ἄστρωτος κ.ά.
συλλέγω (σὺν + λέγω = μαζεύω), πρτ. συν-έλεγον, μέλλ. συλ-λέξω, αόρ. συν-έλεξα, πρκμ. συν-είλοχα. Μέσ. και παθ. συλ-λέγομαι, πρτ. συν-ελεγόμην, μέσ. μέλλ. συλ-λέξομαι, παθ. μέλλ. β΄ συλ-λεγήσομαι, μέσ. αόρ. συν-ελεξάμην, παθ. αόρ. β΄ συν-ελέγην και (σπάν.) παθ. αόρ. α΄ συν-ελέχθην, πρκμ. συν-είλεγμαι, υπερσ. συνειλέγμην. Παράγ. σύλλογος, συλλογὴ κ.ά.
Τ
Τείνω (= τεντώνω), πρτ. τεινον, μέλλ. τεν, αόρ. τεινα, πρκμ. -τέτακα. Μέσ. και παθ. τείνομαι, πρτ. τεινόμην, μέσ. μέλλ. -τενομαι, εῖ, -εῖται κτλ., μέσ. αόρ. -ετεινάμην, παθ. μέλλ. -ταθήσομαι, παθ. αόρ. –ετάθην, πρκμ. τέταμαι, υπερσ. -ετετάμην. Παράγ. τάσις, ἐκτατός, συντατέον κ.ά.
τελέω –. (= εκτελώ), παρατ. -τέλε-ον = -ουν, μέλλ. συνηρ. τελ, αόρ. -τέλε-σα, παρακ. τε-τέλε-κα, υπερσ. -τε-τελέ-κειν. Παθ. τελέομαι -ομαι, παρατ. τελεόμην -ούμην, παθ. μέλλ. τελεσ-θήσομαι, μέσ. αόρ. -τελε-σάμην, παθ. αόρ. -τελέσ-θην, παρακ. τε-τέλεσ-μαι, υπερσ. -τε-τελέσ-μην. Ρημ. επίθ. ἀ-τέλεσ-τος, ἐπι-τελεσ-τέος. Παράγ. τέλε-σις, τελε-τὴ κτλ.
τέμνω (= κόβω), πρτ. τεμνον, μέλλ. (συνηρ.) τεμ, αόρ. β΄ τεμον, πρκμ. τέτμηκα. Μέσ. και παθ. τέμνομαι, πρτ. τεμνόμην, μέσ. μέλλ. -τεμομαι, μέσ. αόρ. β΄ τεμόμην, παθ. μέλλ. τμηθήσομαι, παθ. αόρ. τμήθην, πρκμ. τέτμημαι, υπερσ. τετμήμην, συντελ. μέλλ. -τετμήσομαι. Παράγ. τμῆσις, τμῆμα, τόμος (ἄτομον), τομή, τμητὸς (ἄτμητος), τμητέος (ἀποτμητέον) κ.ά.
τήκω (= λιώνω), πρτ. -έτηκον, αόρ. τηξα. Μέσ. και παθ. τήκομαι, παθ. αόρ. α΄ τήχθην, παθ. αόρ. β΄ τάκην, πρκμ. ενεργ. (ως μέσ. ή παθ.) τέτηκα, υπερσ. τετήκειν. Παράγ. τῆξις, τηκτὸς (ἄτηκτος κτλ.).
τίθημι. (= θέτω), παρατ. -τί-θην, μέλλ. θή-σω, αόρ. -θη-κα, παρακ. τέ-θη-κα ή τέ-θει-κα. Μέσ. και παθ. τί-θε-μαι, παρατ. -τι-θέ-μην, μέσ. μέλλ. θή-σομαι, παθ. μέλλ. τε-θή-σομαι, μέσ. αόρ. β΄ -θέ-μην, παθ. αόρ. -τέ-θην, παρακ. μέσ. τέ-θει-μαι, παρακ. παθ. κεμαι (= είμαι τοποθετημένος από κάποιον), υπερσ. παθ. -κεί-μην. Ρημ. επίθ. θε­τός, πρόσθε-τος ή προσ-θε-τός, σύν-θε-τος, θε-τέον κτλ. Παράγ. θῆ-μα, ἀ-νά-θη-μα (= αφιέρωμα), θέ-σις κτλ.·
τίκτω (= γεννώ), πρτ. τικτον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) τέξομαι, αόρ. β’ τεκον, πρκμ. τέτοκα. Παράγ. τέκος (ποιητ.), τέκνον, τοκεύς, τόκος κ.ά.
τίνω (= πληρώνω), πρτ. τινον, μέλλ. τ΄σω (και τείσω), αόρ. τσα (και τεισα), πρκμ. -τέτικα (και τέτεικα). Μέσ. αόρ. τισάμην, παθ. αόρ. -ετίσθην (και -ετείσθην), πρκμ. -τέτισμαι, υπερσ. -ετετίσμην. Παράγ. τῐ΄σις (ἔκτισις) κ.ά.
τιτρώσκω (= πληγώνω), πρτ. τίτρωσκον, μέλλ. τρώσω, αόρ. τρωσα. Παθ. τιτρώσκομαι, πρτ. τιτρωσκόμην, παθ. μέλλ. τρωθήσομαι, παθ. αόρ. τρώθην, πρκμ. τέτρωμαι, υπερσ. τετρώμην. Παράγ. τρωτὸς (ἄτρωτος κτλ.) κ.ά.
τρέπω, πρτ. τρεπον, μέλλ. τρέψω, αόρ. τρεψα, ποιητ. αόρ. β΄ τραπον, πρκμ. τέτροφα. Μέσ. και παθ. τρέπομαι, πρτ. τρεπόμην, μέσ. μέλλ. τρέφομαι, μέσ. αόρ. α΄ τρεψάμην, μέσ. αόρ. β΄ τραπόμην, παθ. αόρ. α΄ τρέφθην, παθ. αόρ. β΄ τράπην, πρκμ. τέτραμμαι, υπερσ. τετράμμην. Παράγ. τρεπτός, τρεπτέον, τρέψις, τρόπος, τροπὴ κ.ά.
τρέφω, πρτ. τρεφον, μέλλ. θρέψω, αόρ. θρεψα, πρκμ. (ποιητ.) τέτροφα. Μέσ. και παθ. τρέφομαι, πρτ. τρεφόμην, μέσ. μέλλ. (και ως παθ.) θρέψομαι, μέσ. αόρ. θρεψάμην, παθ. μέλλ. β΄ τραφήσομαι, παθ. αόρ. β΄ τράφην και (σπάν.) παθ. αόρ. α΄ θρέφθην, πρκμ. τέθραμμαι, υπερσ. τεθράμμην. Παράγ. θρέμμα, θρέψις, τροφή, τροφεύς, τροφός, θρεπτέον κ.ά.
τρέχω, πρτ. τρεχον, μέσ. μέλλ. (συνηρ., μ’ ενεργ. σημασ.) δραμομαι, -εῖ, -εῖται κτλ., αόρ. β΄ δραμον, πρκμ. δεδράμηκα, υπερσ. δεδραμήκειν. Παράγ. τρόχος (= το τρέξιμο ή ο τόπος για το τρέξιμο), τροχὸς κ.ά.
τυγχάνω (= πετυχαίνω, βρίσκω, τυχαίνω), πρτ. τύγχανον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) τεύξομαι, αόρ. β΄ τυχον, πρκμ. τετύχηκα, υπερσ. τετυχήκειν και συνήθ. περιφρ. τετυχηκς ν.
τύπτω (= χτυπώ), πρτ. τυπτον, μέλλ. τυπτήσω· τα λοιπά από τα ρ. παίω, πατάσσω, πλήττω, πληγὰς δίδωμι κτλ. Παθ. τύπτομαι· τα λοιπά από το πλήττομαι ή πληγὰς λαμβάνω. Παράγ. τύπος, τύψις, τυπτητέος κ.ά.
Υ
πισχνέομαι -ομαι (αποθ. μέσ. = υπόσχομαι), πρτ. πισχνούμην, μέσ. μέλλ. ποσχήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ πεσχόμην, πρκμ. πέσχημαι, υπερσ. πεσχήμην. Παράγ. ὑπόσχεσις.
Φ
Φαίνω (= φανερώνω), πρτ. φαινον, μέλλ. φαν, αόρ. ἔφηνα, πρκμ. -πέφαγκα. Μέσ. και παθ. φαίνομαι, πρτ. φαινόμην, μέσ. μέλλ. φανομαι, παθ. μέλλ. β΄ (ως μέσ.) φανήσομαι, μέσ. αόρ. -εφηνάμην, παθ. αόρ. β΄ (ως μέσ.) φάνην, παθ. αόρ. α΄ (με παθ. διάθ.) φάνθην, ενεργ. πρκμ. (ως μέσ.) πέφηνα, παθ. πρκμ. (με παθ. διάθ.) πέφασμαι (-νσαι, -νται, -σμεθα, -νθε, πεφασμένοι εἰσί(ν).).
φέρω, πρτ. φερον, μέλλ. οσω, αόρ. α΄ νεγκα, αόρ. β΄ νεγκον (υποτ. ἐνέγκω κτλ.), πρκμ. νήνοχα, υπερσ. -ενηνόχειν. Μέσ. και παθ. φέρομαι, πρτ. φερόμην, μέσ. μέλλ. οσομαι, μέσ. αόρ. α΄ νεγκάμην, παθ. μέλλ. οσθήσομαι και νεχθήσομαι, παθ. αόρ. (και ως μεσ.) νέχθην, πρκμ. νήνεγμαι, υπερσ. -ενηνέγμην. Παράγ. φόρος, φορά, φορεύς, οἰστός, οἰστέον κ.ά.
φεύγω (= φεύγω, τρέπομαι σε φυγή, καταδιώκομαι, είμαι εξόριστος), πρτ. φευγον, μέλλ. φεύξομαι και (δωρικός) φευξομαι, -εῖ, -εῖται, -ούμεθα, -εῖσθε, -οῦνται, αόρ. β΄ φυγον, πρκμ. πέφευγα, υπερσ. πεφεύγειν. Παράγ. φυγή, φυγάς, φευκτὸς (ἄφευκτος και συνήθ. ἄφυκτος), φευκτέος, -τέον κ.ά.
φημί. (= 1 λέω· 2) συμφωνώ· 3) ισχυρίζομαι), πρτ. -φην, απαρ. ενεστ. φά-ναι. μετοχή ενεστ. φά-σκ-ων, φά-σκ-ουσα, φά-σκ-ον. μέλλ. φή-σω. αόρ. -φη-σα. Ρημ. επίθ. φατός, ἄ-φατος. Παράγ. φήμη, προφήτης κτλ.
φθάνω, πρτ. φθανον, μέσ. μέλλ. (μ’ ενεργ. σημασ.) φθήσομαι, αόρ. α΄ φθασα, αόρ. β΄ φθην.
φθείρω (= καταστρέφω), πρτ. φθειρον, μέλλ. (συνηρ.) φθερ, -εῖς, -εῖ -οῦμεν, -εῖτε, -οῦσι(ν), αόρ. φθειρα, πρκμ. φθαρκα, υπερσ. φθάρκειν. Παθ. φθείρομαι, πρτ. φθειρόμην, μέσ. μέλλ. (ως παθ.) φθερομαι, παθ. μέλλ. β΄ –φθαρήσομαι, παθ. αόρ. β΄ φθάρην, πρκμ. φθαρμαι, υπερσ. φθάρμην. Παράγ. φθορά, φθορεύς, φθαρτὸς (ἄφθαρτος κτλ.),
φύω (= γεννώ, παράγω, φυτρώνω), πρτ. φυον, μέλλ. (ποιητ.) φ΄σω, αόρ. φσα. Μέσ. και παθ. φύομαι, πρτ. φυόμην, μέσ. μέλλ. (ως παθ.) φύσομαι, ενεργ. αόρ. β΄ (ως μέσ. και παθ.) φυν, ενεργ. πρκμ. (ως μέσ. και παθ.) πέφυκα, ενεργ. υπερσ. (ως μέσ. και παθ.) πεφύκειν. Παράγ. φύσις, φυή, φῦμα, φυτὸς (ούσ. τὸ φυτὸν) κ.ά.
Χ
Χαίρω (= χαίρομαι), πρτ. χαιρον, μέλλ. χαιρήσω, παθ. αόρ. β΄ (ως ενεργ.) χάρην, πρκμ. (με σημασ. ενεστ.) γέγηθα (του ποιητ. γήθω). Παράγ. χαρά, χάρμα, χαρτὸς (ἐπίχαρτος).
χαλάω – (= χαλαρώνω), (αρχ. θ. χαλᾰσ-· πβ. γελάω-ῶ), παρατ. χάλον -ων, αόρ. -χάλ-σα. Παθ. χαλ΄ομαι –μαι, παθ. αόρ. -χαλ΄σ-θην.
χέω, χεῖς, χεῖ, χέομεν, χεῖτε, χέουσι (= χύνω), παρατ. -έ-χε-ον (ἐν-έ-χε-ον, ἐν-έ-χεις, ἐν-έ-χει, ἐνεχέομεν, ἐνεχεῖτε, ἐνέχεον), μέλλ. χέ-ω (όμοιος με τον ενεστ.), αόρ. -έ-χε-α (ἐν-έ-χε-α, ἐν-έ-χε-ας, ἐν-έ-χε-ε κτλ.). Παθ. χέομαι, παρατ. -χε-όμην, μέσ. μέλλ. χέ-ομαι (όμοιος με τον ενεστ.), μέσ. αόρ. -ε-χε-άμην (ἐν-ε-χε-άμην, ἐν-ε-χέ-ω, ἐν-ε-χέ-ατο κτλ., υποτ. -χέ-ωμαι, μετ. -χε-άμενος), παθ. μέλλ. –χ-θήσομαι, παθ. αόρ. ΄-θην, πα­ρακ. κέ-χυ-μαι, υπερσ. -κε-χύ-μην. Ρημ. επίθ. χυ-τός. Παράγ. χύσις, χύμα κτλ.
χόω -χ ή χώννυμι (= σκεπάζω με χώμα). Ενεστ. χῶ, χοῖς, χοῖ, χοῦμεν, χοῦτε, χοῦσι(ν). (απαρ. χοῦν, συγχοῦν), παρατ. ἔχοον– χουν (-ους, -ου κτλ.), μέλλ. χώ-σω, αόρ. -χω-σα, παρακ. κέ-χω-κα. Παθ. -χόομαι -χομαι, παρατ. -εχοόμην –χούμην (ἐχοῦ, ἐχοῦτο, ἐχούμεθα, ἐχοῦσθε, ἐχοῦντο.), παθ. αόρ. -χώ-σ-θην, παρακ. κέ-χω-σ-μαι. Ρημ. επίθ. χω-σ-τός. Παράγ. χῶ-σις κτλ. Στον ενεστ. υπάρχει και τύπος χών-νυ-μι, κατά τα ρ. σε -μι
χράω – χρ, χρῇς, χρῇ, χρῶμεν, χρῆτε, χρῶσι(ν) (= δίνω χρησμό, προφητεύω), αόρ. χρησα. Μέσ. χρμαι (= ζητώ χρησμό, ρωτώ το μαντείο), μέσ. αόρ. χρησάμην, παθ. αόρ. χρήσθην. Παράγ. χρησμός, χρήστης (= αυτός που δίνει χρησμούς, προφήτης).
χρή (είναι ανάγκη, πρέπει) Παρατ. χρν ή χρν. Υποτ. χρῇ. Ευκτ. χρείη. Απαρ. χρῆναι. Μετοχή μόνο ουδ. τό χρεὼν με σημασία ουσιαστικού (το πρέπον να γίνει).
χρίω (= αλείφω), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. και παθ. χρ΄ομαι, πρτ. χρόμην, μέσ. αόρ. χρισάμην, πρκμ. κέχρμαι, υπερσ. κεχρ΄μην. Ρηματ. επίθ. χριστός (ποιητ. και μεταγεν.).
χρμαι (μεταχειρίζομαι), χρῇ, χρῆται, χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται. (αποθ. μεικτό), πρτ. χρώμην, ἐχρῶ, ἐχρῆτο, ἐχρώμεθα, ἐχρῆσθε, ἐχρῶντο, μέσ. μέλλ. χρήσομαι, μέσ. αόρ. χρησάμην, παθ. αόρ. χρήσθην, πρκμ. (ως ενεργ.) κέχρημαι, υπερσ. κεχρήμην. Παράγ. χρηστὸς (ἄχρηστος, εὔχρηστος κτλ.), χρηστέον, χρῆσις, χρῆμα κ.ά.
Ψ
Ψαύω (αγγίζω) αόρ. ψαυσα. Ρηματ. επίθ. ἄ-ψαυστος
Ω
θέω – (= σπρώχνω) πρτ. ώθουν , μέλλ. σω, αόρ. ωσα. Μέσ. και παθ. θομαι, πρτ. ωθούμην, μέσ. μέλλ. –ώσομαι, παθ. μέλλ. –ωσθήσομαι, μέσ. αόρ. ωσάμην, παθ. αόρ. ώσθην, πρκμ. –έωσμαι 
Παράγ. ὤθησις, ὦσις (ἄνωσις, ἄπωσις), ὤστης κ.ά.
νέομαι -ομαι (αποθ. μεικτό = αγοράζω), πρτ. ωνούμην, μέσ. μέλλ. νήσομαι, μέσ. αόρ. α΄ πριάμην, παθ. αόρ. ωνήθην, πρκμ. ώνημαι, υπερσ. ωνήμην.
Παράγ. ὠνητής, ὠνητός, ὠνητέος κ.ά.

Κριτήρια αξιολόγησης

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Η ευγένεια ως ένδειξη του πολιτισμού

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Η ευγένεια ως ένδειξη του πολιτισμού

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Η ευγένεια ως ένδειξη του πολιτισμού του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1 Η ευγένεια ως ένδειξη του πολιτισμού Απόσπασμα από άρθρο του Θεμιστοκλή Κατσαούνη, απόφοιτου ΕΑΠ, Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, 11/01/2020,...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Τα οφέλη της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τα ζώα

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Τα οφέλη της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τα ζώα

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Τα οφέλη της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τα ζώα του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Τα οφέλη της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τα ζώα Ο δεσμός ανθρώπου-ζώου είναι ιδιαίτερα σημαντικός αφού τα κατοικίδια ζώα όχι μόνο παρέχουν...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Κριτήρια επιλογής των θετών γονιών

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Κριτήρια επιλογής των θετών γονιών

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Κριτήρια επιλογής των θετών γονιών του Κωνσταντίνου Μάντη - Η ενημέρωση του παιδιού για το ζήτημα της υιοθεσίας Η συζήτηση για την υιοθεσία δεν διαφέρει από τη συζήτηση για άλλα σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν από κοινού οι...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: «Τα παιδιά δεν πάνε καλά» (παραβατικότητα ανηλίκων)

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: «Τα παιδιά δεν πάνε καλά» (παραβατικότητα ανηλίκων)

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου «Τα παιδιά δεν πάνε καλά» (παραβατικότητα ανηλίκων) του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: «Τα παιδιά δεν πάνε καλά» Τη σπρώχνουν στο έδαφος, της δίνουν άγρια χαστούκια, της τραβάνε τα μαλλιά, την κλωτσάνε. Τη χτυπάνε δύο και τρεις μαζί,...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Τεχνητή νοημοσύνη, fake news & παραπληροφόρηση

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Τεχνητή νοημοσύνη, fake news & παραπληροφόρηση

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Τεχνητή νοημοσύνη, fake news & παραπληροφόρηση του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Πώς η τεχνητή νοημοσύνη εκτοξεύει τα fake news αλλοιώνοντας όσα βλέπουμε γύρω μας Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη μιμείται όλο και πιο...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Κοσμογονία στην ιατρική: Ο εικονικός γιατρός θα σας δεχθεί σε λίγο

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Κοσμογονία στην ιατρική: Ο εικονικός γιατρός θα σας δεχθεί σε λίγο

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Κοσμογονία στην ιατρική: Ο εικονικός γιατρός θα σας δεχθεί σε λίγο του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Κοσμογονία στην ιατρική: Ο εικονικός γιατρός θα σας δεχθεί σε λίγο Το Kέντρο Εικονικής Περίθαλψης του νοσοκομείου Mercy στο Σεντ...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Ηθική της διάθεσης των μοσχευμάτων

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Ηθική της διάθεσης των μοσχευμάτων

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Ηθική της διάθεσης των μοσχευμάτων του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Ηθική της διάθεσης των μοσχευμάτων Το κείμενο του Αντώνη Αντωνιάδη έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Θέματα αναισθησιολογίας και εντατικής ιατρικής». Ουδείς θεωρεί...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Ενεργός Πολιτειότητα

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Ενεργός Πολιτειότητα

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Ενεργός Πολιτειότητα του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Ενεργός Πολιτειότητα - Συμμετοχική αντίληψη της ενεργού ιδιότητας του πολίτη Η πολιτειότητα, είναι η ιδιότητα του να είναι κανείς πολίτης. Η ενεργός πολιτειότητα περιλαμβάνει την...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Υγιή μωρά με «πειραγμένο» DNA;

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Υγιή μωρά με «πειραγμένο» DNA;

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Υγιή μωρά με «πειραγμένο» DNA; του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο I: Υγιή μωρά με «πειραγμένο» DNA; 1. Εάν ρωτήσετε οποιοδήποτε ζευγάρι που περιμένει παιδί τι εύχεται για το μωρό του, η πιθανότερη απάντησή του θα είναι:...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Προσωπική & Απρόσωπη Σύνταξη

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Προσωπική & Απρόσωπη Σύνταξη

Προσωπική & Απρόσωπη Σύνταξη Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου του Κωνσταντίνου Μάντη - Η επιλογή μεταξύ προσωπικής ή απρόσωπης σύνταξης στο πλαίσιο ενός μη λογοτεχνικού κειμένου συνιστά μια ενδιαφέρουσα γλωσσική επιλογή, υπό την έννοια πως ο γράφων έχει τη...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Η σημασιολογική λειτουργία των εγκλίσεων

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Η σημασιολογική λειτουργία των εγκλίσεων

Η σημασιολογική λειτουργία των εγκλίσεων Έκθεση Γ΄ Λυκείου του Κωνσταντίνου Μάντη - Με τις εγκλίσεις δηλώνεται πώς θέλουμε να παρουσιάσουμε κάθε φορά αυτό που σημαίνει το ρήμα. Τροπικότητες ονομάζονται οι διάφορες σημασιολογικές λειτουργίες που εκφράζονται με τη...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Μια εκπαίδευση για την Ανθρωπότητα

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Μια εκπαίδευση για την Ανθρωπότητα

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Μια εκπαίδευση για την Ανθρωπότητα του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο I: Μια εκπαίδευση για την Ανθρωπότητα Εισαγωγικό σημείωμα Στην πραγματεία του "Περί Παιδαγωγικής" (1803) ο Ιμμάνουελ Καντ περιλαμβάνει μια σειρά...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Τα σύγχρονα μουσεία

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Τα σύγχρονα μουσεία

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Τα σύγχρονα μουσεία του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο I: Τα σύγχρονα μουσεία [1] Οι κοινωνικές, πολιτικές, επιστημονικές, επιστημολογικές και πολιτισμικές αλλαγές που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, κυρίως από τα...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Ο διάλογος και το χιούμορ στη διδασκαλία

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Ο διάλογος και το χιούμορ στη διδασκαλία

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Ο διάλογος και το χιούμορ στη διδασκαλία του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1 Ο διάλογος –είτε προέρχεται από ένα πρόσωπο είτε από περισσότερα– ασκεί στην ψυχή του ακροατή έντονη παιδευτική επίδραση, όπως άλλωστε όλα τα...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Λέων Τολστόι «Τι είναι τέχνη»

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Λέων Τολστόι «Τι είναι τέχνη»

Λέων Τολστόι «Τι είναι τέχνη» Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Κριτήριο Αξιολόγησης του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Τι είναι τέχνη Ο Ρώσος συγγραφέας και στοχαστής Λέων Τολστόι (1828-1910) εξαπολύει στο βιβλίο αυτό μια δριμύτατη επίθεση κατά του...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Ν. Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Η θέση του πολιτισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Ν. Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Η θέση του πολιτισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η θέση του πολιτισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Κριτήριο Αξιολόγησης του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1 Η θέση του πολιτισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινοτική φιλοδοξία για μια κοινή πολιτιστική πολιτική Το κείμενο αποτελεί διασκευή, για τις...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Ν. Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: «Έμφυλη βία: Ορισμός, Αιτίες και Συνέπειες»

Ν. Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: «Έμφυλη βία: Ορισμός, Αιτίες και Συνέπειες»

Έμφυλη βία: Ορισμός, Αιτίες και Συνέπειες Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Κριτήριο Αξιολόγησης του Κωνσταντίνου Μάντη - Το παρακάτω πληροφοριακό κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το δεύτερο κεφάλαιο του «Εκπαιδευτικού Εγχειριδίου για Ενδυνάμωση των Νέων για την Πρόληψη της Έμφυλης...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Γιατί είναι σκόπιμη η εξερεύνηση του Διαστήματος

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Γιατί είναι σκόπιμη η εξερεύνηση του Διαστήματος

Γιατί είναι σκόπιμη η εξερεύνηση του Διαστήματος Έκθεση Γ΄ Λυκείου Κριτήριο Αξιολόγησης του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο I: Γιατί είναι σκόπιμη η εξερεύνηση του Διαστήματος Ενίοτε μας τίθεται από το κοινό το ερώτημα «Γιατί να δαπανούμε χρόνο, προσπάθεια και χρήμα...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Γιατί να μαθαίνουμε ιστορία;

Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Γιατί να μαθαίνουμε ιστορία;

Γιατί να μαθαίνουμε ιστορία; Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Κριτήριο Αξιολόγησης του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1 Γιατί να μαθαίνουμε ιστορία; Γιατί δεν αγαπάνε οι μαθητές την ιστορία; Οι απαντήσεις είναι γνωστές. Γιατί συνήθως πρέπει να τη μάθουν παπαγαλία,...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Έφηβοι στην πρίζα

Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Έφηβοι στην πρίζα

Έφηβοι στην πρίζα Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου Κριτήριο Αξιολόγησης του Κωνσταντίνου Μάντη - Κείμενο 1: Έφηβοι στην πρίζα 1.     Η γενιά των σημερινών εφήβων, την οποία οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν Generation Z ή iGeneration, με το «i» να λειτουργεί για προφανείς...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Τα οφέλη της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τα ζώα

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Τα οφέλη της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τα ζώα

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Τα οφέλη της...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: «Τα παιδιά δεν πάνε καλά» (παραβατικότητα ανηλίκων)

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: «Τα παιδιά δεν πάνε καλά» (παραβατικότητα ανηλίκων)

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου «Τα παιδιά δεν...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Κοσμογονία στην ιατρική: Ο εικονικός γιατρός θα σας δεχθεί σε λίγο

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου: Κοσμογονία στην ιατρική: Ο εικονικός γιατρός θα σας δεχθεί σε λίγο

Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου Κοσμογονία στην...

Γ ΛυκείουΚριτήρια αξιολόγησης
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Ο διάλογος και το χιούμορ στη διδασκαλία

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Ο διάλογος και το χιούμορ στη διδασκαλία

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄...

Αρθρογραφία

Αρθρογραφία
Μια Αξιωματική Αντιπολίτευση που νομίζει ότι είναι Αριστερή!
Μια Αξιωματική Αντιπολίτευση που νομίζει ότι είναι Αριστερή!

Μια Αξιωματική Αντιπολίτευση που νομίζει ότι είναι Αριστερή!

Οι Άγγλοι λένε ότι για να καταλάβεις κάποιον πρέπει να μπεις στα παπούτσια του. Ιδανικά, η ρήση αυτή των ιθαγενών της Γηραιάς Αλβιώνας θα μπορούσε να λειτουργήσει εξόχως αποδοτικά για την ελληνική κοινωνία αν οι πολιτικοί της μπορούσαν και ήθελαν πράγματι να μπουν ενσυνειδήτως στα παπούτσια των πολιτών της. Όμως, η εξαθλιωτική γεύση της σύγχρονης καθημερινότητας, την οποία εφιαλτικά βιώνει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών της χώρας μας, λειτουργεί αποτρεπτικά προς την υιοθέτηση αυτής της -πολιτικής- νοοτροπίας για τους αιρετούς άρχοντες, οι οποίοι προτιμούν τα δικά τους, ακριβά, περίτεχνα και άνετα υποδήματα!

ΑρθρογραφίαΤοπική Αυτοδιοίκηση
Βρίσκεται η Λαμία σε τροχιά ανάπτυξης;
Βρίσκεται η Λαμία σε τροχιά ανάπτυξης;

Βρίσκεται η Λαμία σε τροχιά ανάπτυξης;

Συμπληρώθηκαν ήδη εκατό ημέρες από την έναρξη της νέας αυτοδιοικητικής περιόδου και θα ήταν απολύτως αυτονόητο η πολιτική πρακτική να έχει δρασκελίσει και να έχει αφήσει πίσω της το κομμάτι εκείνο των αφηρημένων εντυπώσεων και των γενικόλογων κι ευφραντικών προεκλογικών υποσχέσεων και να έχει μετουσιωθεί σε ρεαλιστική καθημερινή πράξη. Οι εκατό ημέρες άλλωστε από την έναρξη κάθε καινούριας πολιτικής περιόδου δεν είναι ούτε ένα ασήμαντο ψυχολογικό όριο ούτε ένας αυθαίρετος χρονικός προσδιορισμός, αντιθέτως, φανερώνει εν τοις πράγμασι αφενός το επίπεδο της ουσιαστικής πολιτικής προετοιμασίας πριν την ανάληψη της εξουσίας και αφετέρου τη λειτουργική ετοιμότητα ανάληψης της πραγματικής διοικητικής ευθύνης.

Αρθρογραφία
Η ουσία της Φύσης απέναντι στην αλήθεια του ανθρώπου
Η ουσία της Φύσης απέναντι στην αλήθεια του ανθρώπου

Η ουσία της Φύσης απέναντι στην αλήθεια του ανθρώπου

Η Φύση, όποια τελικά κι αν είναι αυτή, δεν είναι μια στατική κατάσταση αλλά μια διαρκώς εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία δεν είναι δυνατόν να εγκιβωτιστεί στα ασφυκτικά πλαίσια της ανθρώπινης αντίληψης με κανόνες μαθηματικούς ή θρησκευτικούς ή ακόμα και φιλοσοφικούς. Ως εκ τούτου, λόγω της -εκστατικής για τον άνθρωπο- αχρονικότητάς της δεν είναι δυνατόν να διαθέτει παγιωμένη συλλογιστική, κατά τα ανθρώπινα πρότυπα, ώστε να καταστεί παραγωγός ηθικών κανόνων.

Αρθρογραφία
Το νόημα της Δημοκρατίας
Το νόημα της Δημοκρατίας

Το νόημα της Δημοκρατίας

Η Δημοκρατία δεν είναι απλώς μια χρηστική κοσμοθεωρία που ενεργεί εργαλειακά σε πολιτικό και πολιτειακό επίπεδο, αντίθετα, είναι ένας σημαντικός δημιουργός ανθρωποκεντρικών θεσμών και αξιών, έστω κι αν ενίοτε αυτές είναι φθαρτές στο διάβα του χρόνου. Είναι επίσης, ένας από τους σπουδαιότερους καταλύτες που μετουσιώνουν τον ατομικό ανθρώπινο βίο σε έλλογη κοινωνική συνύπαρξη καθιστώντας τη ζωή και την καθημερινότητα προνόμιο και όχι αιτιοκρατικό άχθος.

Αρθρογραφία
Αριστερό μπόι
Αριστερό μπόι

Αριστερό μπόι

Ο Καζαντζάκης εύστοχα επισήμανε ότι το μπόι του ανθρώπου που κουβαλάει μια ιδέα δίνει μπόι και στην ίδια την ιδέα. Για την Αριστερά, που ιστορικά ως ιδεολογία έχει βάναυσα κακοποιηθεί, δεν αρκούν πτερόεντα λόγια για να πιστοποιηθεί ότι κάποιος είναι αρκούντος ικανός για να την κουβαλήσει, ως ζώσα και καθημερινώς δρώσα ιδέα, μέσα του. Χρειάζεται ικανό ανάστημα, πολιτικό και ιδεολογικό, το οποίο ούτε εκβιάζεται ούτε επιβάλλεται ετσιθελικά. Υπάρχει όμως εν προκειμένω;