Σπέρνοντας αλάτι…
Ο βασιλιάς της Ιθάκης πέθανε τελικά κι εμείς αδιάφορα σπέρνουμε αλάτι στην άμμο της παραλίας. Αρκεί άραγε και στις μέρες μας ένας Τηλέμαχος για να τον αναστήσει;
Ο βασιλιάς της Ιθάκης πέθανε τελικά κι εμείς αδιάφορα σπέρνουμε αλάτι στην άμμο της παραλίας. Αρκεί άραγε και στις μέρες μας ένας Τηλέμαχος για να τον αναστήσει;
Ο Ερντογάν σπέρνει το χειμώνα στην περιοχή. Τον χειμώνα πολλοί τον φοβούνται μα υπάρχουν και πολλοί που τον αγαπούν. Κι αυτοί οι τελευταίοι είναι ισχυροί, σ’ αυτούς ίσως πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας, όχι στο παραπέτασμα επικίνδυνου καπνού που σπέρνει στον Έβρο.
Ως ατομικές οντότητες είναι γραμμένο στη συνείδησή μας με ζωηρά γράμματα το ένστικτο τής αυτοσυντήρησης. Όταν αυτό είναι εξασφαλισμένο, τότε (και μόνο τότε) γινόμαστε όντα πολιτικά και κοινωνικά. Και φιλοσοφούμε!
Ο πολιτισμός δυστυχώς κακοποιήθηκε και διαμελίστηκε για να εξυπηρετήσει ταμειακές ανάγκες, οι πολιτείες γέμισαν με ‘πολιτιστικούς’ οργανισμούς και ‘πολιτιστικούς’ συλλόγους που σκοπό έχουν το κυνήγι των επιχορηγήσεων κι από αμφιβόλου ποιότητας ‘πολιτιστικές’ δραστηριότητες με πρωταγωνίστριες συνήθως ημίγυμνες αοιδούς με τα πλήθη από κάτω να παραληρούν, έστω κι αν τα μηδενικά είναι πολλά στο τιμολόγιο που κόβεται στο τέλος της βραδιάς!
Ποτέ δεν έπαψε ο Δούρειος Ίππος να στοιχειώνει τους Έλληνες. Κι έμειναν μόνοι να παλεύουν με τη μοναξιά τους, θαρρεί κανείς πως είναι πρόωρα γερασμένοι και δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν ούτε στα πιο αφελή τραγούδια των Σειρήνων που εκπέμπονται τα ψηλά πολιτικά μπαλκόνια.
Αιώνες τώρα τρέχουμε στους ουρανούς κι αδιαφορούμε για τη γη. Κυνηγάμε στο γκρεμό να μυρίσουμε το ανθισμένο λουλούδι, δε μας αρκούνε τ’ άλλα. Κι αυτό το ατέρμονο ανατρίχιασμα τής ψυχής απέναντι στον έρωτα μιας ακόμα δημιουργικής ανάσας δε θα λείψει ποτέ από τούτο το λαό. Ποτέ!
Ο ιστορικός του μέλλοντος, σε δυο, τρεις, πέντε αιώνες από σήμερα θα γράψει για μας: «Είχαν έξυπνα τηλέφωνα, έξυπνα ρολόγια, έξυπνα αυτοκίνητα ακόμα κι έξυπνα ψυγεία είχαν αλλά οι ίδιοι ήταν ηλίθιοι! Δεν έζησαν ούτε μια μέρα για τον έρωτα, για την αγάπη, για τη χώρα και τον πλανήτη τους, έζησαν απλώς για να είναι καταναλωτές τεχνητής εξυπνάδας ή τεχνηέντως κατασκευασμένης ιστορίας και δημοκρατίας μα και πλαστικού πολιτισμού».
Ο πολίτης, αποξενωμένος πια από την αυθεντικότητα της πολιτικής, εξαρτημένος από κόμματα και αδειανές υποσχέσεις κι υποκινούμενος (έστω κι ασυνείδητα) από τα μέσα ενημέρωσης, θεωρεί ως κανονικότητα απλώς να τον αφήνουν ήσυχο για επιβιώνει, ίσως ενίοτε και να ζει το όνειρό του αν οι συνθήκες και η τύχη τον ευνοήσουν.
Μεγάλωσα Άγιε μου Βασίλη και δε μου αρμόζει να σού γράφω γράμματα, μα σου ζητώ για φέτος, μιας και διήγαγα βίο απαλλαγμένο από αταξίες τη χρονιά που μας πέρασε, να μου καρφώσεις δυο φτερά στην πλάτη για να μπορέσω να πετάξω. Σε μένα αλλά και τους συμπολίτες μου μα κυρίως στους νέους ανθρώπους, εκείνους που εντός των συνόρων πνίγονται και φεύγουν για άλλους τόπους για να ανοίξουν τα φτερά τους. Βαρύς ο αέρας της Ελλάδας, δεν μπορεί να σηκώσει το όραμα των παιδιών της, είναι γεμάτος με τους δράκους τού παραμυθιού τούτης της χώρας και τα φαντάσματα που την κατατρέχουν...
Η αφομοίωση μοιραία έφερε και την απομείωση στις συνήθειες, στα ήθη, στα πολύτιμα παραμύθια που κουβαλήσαμε με μόχθο από το παρελθόν, ακόμα και στη σκέψη.
Δυστυχώς, ως πολίτες, δεν μάθαμε να ασκούμαστε στη Δημοκρατία. Είμαστε δημοκρατικώς ελλιπέστατοι, γνωρίζουμε μόνο τη θεωρία, τη λατρεύουμε ίσως και την έχουμε θεοποιήσει, αλλά στην πράξη είμαστε μετεξεταστέοι. Η εντιμότητα απέναντι στο πολίτευμα που εξ’ ορισμού απαιτεί τη συμμετοχή όλων, εκλείπει.
Έχουμε προσωπική ευθύνη για τη γλώσσα μας, μάς κληροδοτήθηκε ανεξάλειπτη από γίγαντες ανθρώπους μα και θεούς και είναι απ’ τα κακουργήματα ίσως το πιο μεγάλο να την σκοτώνουμε και να την προσφέρουμε θυσία στο βωμό της ευκολίας, της καθημερινότητας ή ακόμα και της παγκοσμιοποίησης. Τη γλώσσα την υπηρετούμε για να μας υπηρετεί.