Τέσσερα ψηφία και στο βάθος… καπνός. Μαύρος!
Ρίξαμε τις αξίες μας με περισσό πάθος στη φωτιά και τώρα περιμένουμε να γίνουμε Ευρωπαίοι ξεχνώντας ίσως πως οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι είναι περισσότερο Έλληνες από εμάς… τους Έλληνες!
Ρίξαμε τις αξίες μας με περισσό πάθος στη φωτιά και τώρα περιμένουμε να γίνουμε Ευρωπαίοι ξεχνώντας ίσως πως οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι είναι περισσότερο Έλληνες από εμάς… τους Έλληνες!
Ποτέ σε αυτόν τον κόσμο δεν έφταιξαν τα όνειρα μήτε οι ελπίδες. Ο άνθρωπος όμως έχει έμφυτη μέσα του την ορμή προς λήθη, ξεχνά το αυτονόητο με την ίδια ευκολία που ξεχνά τη χτεσινή μέρα. Ο άνθρωπος όμως έχει έμφυτη μέσα του την ορμή προς λήθη, ξεχνά το αυτονόητο με την ίδια ευκολία που ξεχνά τη χτεσινή μέρα.
Η αλήθεια λοιπόν είναι πως σωπάσαμε. Η εκκωφαντική σιωπή του καναπέ έγινε σπονδή στον άγνωστο σωτήρα, κατά προτίμηση πολιτικό, που θα μας σώσει από τον πνιγμό και τον σίγουρο θάνατο, χωρίς εμείς οι ίδιοι να κουνήσουμε ούτε τα βλέφαρά μας. Για κάθε σκεπτόμενο πολίτη θα χρειαζόταν μονάχα μια στιγμή, να σταματήσει το χρόνο και να κάνει τη δική του, την προσωπική του επανάσταση. Επανάσταση όχι εναντίον κάποιου τρίτου αλλά του ίδιου τού κακού εαυτού του.
Η Φύση μάς γεννά κι η ίδια μάς πεθαίνει γιατί έχει μνήμη και θυμάται πως κάθε πληγή πρέπει να την επουλώσει, κάθε αρχή έχει συνάμα κι ένα τέλος. Κι όσο κι αν προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε πως κάθε γέννημά της μπορούμε να το βάλουμε στο ζύγι και να του δώσουμε αξία ονομαστική σε χρήμα, εκείνη δεν μας ακούει. Ούτε θα μας ακούσει όταν έρθει η ώρα να ουρλιάξουμε γιατί πνίγει την ανάσα μας το οξυγόνο που χάθηκε μέσα στις εξατμίσεις των πολυεθνικών κι έγινε τοξικό, παρά μονάχα θα κλάψει γιατί δεν σεβαστήκαμε το ίδιο μας το σπίτι. Θα κλάψει και θα επουλώσει την πληγή της σβήνοντάς μας από πάνω της.
Εκείνη τη φιλοξενία που τίμησε ο γέρος θεός ο Δίας τη σκοτώσαμε κι ύστερα την πετάξαμε βορά στα σκυλιά που ξεσηκώνουν πολέμους. Έγιναν οι ψυχές μας ψυχρές σαν το κρύο μάρμαρο το χειμώνα. Πώς να περιμένουμε κάτι να αλλάξει αν δεν αλλάξει πρώτα το μέσα μας; Συνηθίσαμε, δυστυχώς, τα στραβά των ανθρώπων και κάνουμε διάλειμμα ντροπής από τις υποχρεώσεις μας απέναντι στον διπλανό μας. Συνηθίζεται όμως ο πόλεμος; Συνηθίζεται ο θάνατος;
λοι εμείς οι αναμάρτητοι ρίξαμε το λίθο της καταδίκης όχι γιατί στ’ αλήθεια θελήσαμε να βάλλουμε εναντίον του συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά επειδή νιώσαμε προδομένοι από το ίδιο το σύστημα των αξιών που δημιουργήσαμε και πιστεύουμε δογματικά πια. Ταυτόχρονα, κι αυτό λειτούργησε ως μια πρόσκαιρη βαλβίδα εκτόνωσης, ξεσπάσαμε βουβά και υποσυνείδητα απέναντι στην αλυσίδα της σκλαβιάς που περασμένη από άνθρωπο σε άνθρωπο έχει κυκλώσει τον πλανήτη, που σβήνει τις λέξεις, που κάνει τους ανθρώπους βουβούς και μοναχικούς, που ενισχύει τη δύναμη της νύχτας μέσα στην αλήθεια.
Η καθεστηκυία τάξη επιθυμεί εκπαίδευση και όχι παιδεία, επιθυμεί εκπαιδευτικούς και όχι δασκάλους. Γι’ αυτό άλλωστε, εύστοχα, η Κατερίνα Γώγου έγραψε πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος!
Αργότερα παραδοθήκαμε αυτοθέλητα στη λαγνεία μερικών τετραγωνικών μέτρων χώματος πίσω από τους φράκτες που ορθώσαμε για να ξεχωρίσει ο ένας απ’ τον άλλον. Πουλήσαμε το αδιανόητο, τη γη, το νερό, το μέλλον. Βγάλαμε από την εξίσωση τα σημαντικά και κρατήσαμε τα ασήμαντα. Πού είναι τούτες οι άγιες λέξεις πια; Πού είναι το φιλότιμο; Πού η θαλπωρή και πού η άμιλλα; Ό,τι δεν μεταφράζεται στη γλώσσα των αργυραμοιβών το ξεχάσαμε, το πετάξαμε στη θάλασσα για να λησμονηθεί, γι’ αυτό χάθηκε η αλμύρα της.
Στον Ελλαδικό χώρο του εικοστού πρώτου αιώνα κι αφού παλέψαμε με υπαρκτά αλλά και τεχνηέντως εφευρεμένα φαντάσματα, από τις φούσκες του χρηματιστηρίου μέχρι τα μορφώματα των άκρων του πολιτικού συστήματος που ξεπήδησαν εν μια νυκτί για να μας σώσουν από τον κακό μας εαυτό, φτάσαμε στο σημείο εκείνο που επιτέλους κατανοήσαμε το αυτονόητο! Και ποιο είναι αυτό; Πως σ’ αυτή τη χώρα ο πολίτης πρέπει να ζει σαν άνθρωπος και ο άνθρωπος σαν πολίτης!
Ο Οδυσσέας έμπλεξε στην Ιστορία την ύλη και το πνεύμα, την εγγενή αδυναμία και τη σκληρή του δύναμη, τις ατέλειες και την αποφασιστικότητά του κι έδειξε το δρόμο προς τον τέλειο άνθρωπο. Όσο τέλειος μπορεί να είναι ο άνθρωπος. Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένα ταξίδι, είναι η διαρκής προσπάθεια της συνείδησης για να παραμείνει ανθρώπινη και να μη μεταλλαχθεί σε τέρας.
Τη στιγμή που έκλεισε ο κύκλος και το σπουργίτι έγινε τελικά ίδιο με τον πατέρα του ακολουθώντας την πορεία της ζωής και της ιστορίας στις Χαμηλές πτήσεις, διαπιστώσαμε με συγκίνηση το αυτονόητο, πως όποιος ζει μέσα στην κοινωνία είναι πιθανόν να γίνει, θέλοντας και μη, καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της.
Κι όσο κυλούσε στο αυλάκι της ιστορίας ο χρόνος, τόσο ο λόγος έγινε πιο πολύπλοκος και συνάμα πιο εξειδικευμένος δημιουργώντας την ανάγκη να αποτυπωθεί σε σταθερά μέσα, όπως σήμερα στο χαρτί, ώστε να μην αλλοιώνεται.