Ο δυτικός κόσμος στις μέρες μας χαρακτηρίζεται από τη διαρκή πάλη του ψεύδους με την αλήθεια έχοντας μετατρέψει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του αληθινού και του κίβδηλου σε ένα δυσδιάκριτο και θολό τοπίο. Ο πολιτισμός μας βρίσκεται σε ένα πρωτοφανές για τα χρονικά του ανθρώπινου είδους σημείο στο οποίο δυσκολεύεται να ξεχωρίσει πια την κρυμμένη αληθινή είδηση ανάμεσα στα σκουπίδια και τις ανακρίβειες που σερβίρονται αφειδώς και χωρίς ουσιαστικά κανένα έλεγχο. Τι είναι αλήθεια; Πόσο υποκειμενική ή αντικειμενική μπορεί να είναι για να μην ξεφεύγει από την πραγματικότητα και να χάνει την ουσία της; Μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στα μέσα ενημέρωσης και να δεχόμαστε τις δημοσιεύσεις τους ως πραγματικά γεγονότα; Και τελικά, το πιο κρίσιμο ίσως ερώτημα είναι αν η αλήθεια μπορεί να τεθεί σε κάποιο πλαίσιο ελέγχου και ποιος θα είναι εκείνος που θα το διαχειρίζεται; Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε σαφές πως δεν ομιλούμε για την αλήθεια στη φιλοσοφική της διάσταση αλλά για εκείνη που αφορά την καθημερινή πραγματικότητα, τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και βεβαίως την πολιτική σε ολόκληρο το φάσμα της.

Ο όρος «fake news» ακούγεται στον παγκόσμιο δημόσιο διάλογο όλο και πιο συχνά ενώ υπάρχει η πεποίθηση, και ίσως δεν απέχει πολύ από την αλήθεια, πως είναι γόνος της εξέλιξης της τεχνολογίας και η αρχική του χρήση έγινε για να ενισχυθούν με επισκέψεις μια σειρά ιστοσελίδων ειδησεογραφικού κυρίως (ή τάχα) περιεχομένου. Όμως, πολύ γρήγορα η τακτική της δημιουργίας και της δημοσίευσης ψευδών ειδήσεων έγινε εργαλείο πολιτικής με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης και τη διασπορά εντυπώσεων που στοχεύουν στο θυμικό των πολιτών κι επηρεάζουν δραματικά τις σκέψεις τους. Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα ο συλλογισμός πως στην εποχή μας αυτές οι ψεύτικες ειδήσεις διαμορφώνουν σε έναν βαθμό τις προσωπικές απόψεις των ανθρώπων και ενίοτε αποτελούν έναν από τους παράγοντες που σμιλεύουν τα κριτήρια και τις επιλογές τους μέσα στο παραβάν των εκλογικών κέντρων. Τι είναι όμως τελικά τα «fake news»; Είναι όντως ψεύδη που διασπείρονται συνειδητά για να επηρεάσουν συνειδήσεις ή αποτελούν ‘εναλλακτικές’ αλήθειες κι ενδεχομένως υποσύνολα πραγματικών γεγονότων που απομονωμένα μοιάζουν κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι πραγματικά είναι; Αν τούτο είναι αληθές, μπορούν αυτές οι ‘εναλλακτικές’ αλήθειες να συντεθούν ώστε να περιγράψουν μια πραγματικότητα που μπορεί να έχει συμβεί ενώ αυτή… δεν έχει τελικώς συμβεί;

Από τον παραπάνω συλλογισμό προκύπτει ίσως μια πολύ χρήσιμη για κάθε σκεπτόμενο πολίτη ερώτηση: Επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τις πολιτικές αλλά και τις κοινωνικές εξελίξεις οι ψευδείς ειδήσεις και τελικώς η χειραγώγηση της κοινής γνώμης ή όχι; Είναι κίνδυνος για τη Δημοκρατία ή μήπως η πολιτική αλλά και οι πολίτες δεν κινδυνεύουν από τέτοιου αυτού του είδους τις καινοφανείς ενέργειες; Δυστυχώς, η απάντηση δεν είναι αυτή που θα ελπίζαμε, τρανά και αποδεδειγμένα πια παραδείγματα της εποχής μας είναι η χειραγώγηση των ψηφοφόρων στις Η.Π.Α. κατά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές αλλά και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μαζί με αυτά, μια σειρά θεωριών συνωμοσίας και κινδυνολογίας συνδράμουν στην επιδείνωση του κλίματος απογοήτευσης κι απώλειας της εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι της πολιτικής σε όλα τα επίπεδα. Η ‘τέχνη’ της διαχείρισης (αλλά και διαμόρφωσης) των συναισθημάτων του κοινού με τη δημιουργία και το σερβίρισμα εναλλακτικών και ψευδών γεγονότων και ειδήσεων στο τέλος της ημέρας αποδεικνύεται πως ίσως ‘αποδίδει’ περισσότερο από την ίδια την αλήθεια! Ο μέσος άνθρωπος σήμερα έχει γίνει καχύποπτος και δεν εμπιστεύεται ούτε καν την ίδια του την κρίση καθόσον έχουν υπάρξει περίοδοι που το ψέμα στα δημόσια πράγματα είναι ο κανόνας και η αλήθεια η εξαίρεση!

Τα «fake news» έχουν γίνει ένα δυνατό εργαλείο στα χέρια επικίνδυνων και ακραίων πολιτικών ομάδων και χρησιμοποιούνται αφειδώς για να προσελκύσουν ολοένα και περισσότερους οπαδούς στις τάξεις τους. Μαζί με τον λαϊκισμό, που τεχνηέντως ενδύεται τις περισσότερες φορές τον μανδύα του δικαίου, της ισότητας αλλά και της φυλετικής καθαρότητας, διασπείρει το φόβο και τη μισαλλοδοξία και δια της προπαγάνδας διαχωρίζει τους πολίτες σε ‘καλούς’ και ‘κακούς’, σε ‘πατριώτες’ και ‘προδότες’, σε ‘συμμάχους’ κι ‘εχθρούς’ με αποτέλεσμα να διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή. Οι ψεύτικες αλήθειες είναι επικίνδυνες αλήθειες για όλους τους πολίτες, για όλους τους θεσμούς, για τη Δημοκρατία.

Θα ήταν ευχολόγιο αν προτείναμε τη δημιουργία ενός ισχυρού αναχώματος έναντι αυτής της ‘σχετικοποίησης’ της αλήθειας όπως ενδεχομένως η ποινικοποίηση τέτοιων ενεργειών που γίνονται με δόλο και την επιβολή κυρώσεων σε μέσα που υιοθετούν τέτοιες πρακτικές. Ευχολόγιο διότι είναι σχεδόν βέβαιο πως η Λερναία Ύδρα των ψεύτικων ειδήσεων θα βγάζει διαρκώς νέα κεφάλια και θα εγχύσει το δηλητήριό της στις κοινωνίες με νέους (και σίγουρα ευφάνταστους) τρόπους. Είναι βέβαιο πως απαιτείται πια οι πολίτες να εκπαιδευτούν με τρόπο ώστε να απομονώνουν και να καταδικάζουν τις τακτικές δημιουργίας και διασποράς ψευδών ειδήσεων. Όμως, το πρόβλημα κατά τη γνώμη μας εστιάζεται στην έλλειψη ή στην κρίση της πολιτικής, καθόσον στις μέρες μας αυτή έχει αντικατασταθεί από την εύκολη λύση των δημοσίων σχέσεων με τη συνδρομή μάλιστα των κοινωνικών δικτύων που κάνει τη δουλειά των πολιτικών πολύ πιο εύκολη απ’ ό,τι στο παρελθόν. Είναι ο πολιτικός που πρέπει να αποκαταστήσει την αλήθεια στους θεσμούς, στους φορείς αλλά και στην ίδια τη Δημοκρατία. Η εμπιστοσύνη των πολιτών περνά μέσα από την επανάσταση των πολιτικών, την επανάσταση που θα καταστήσει την αλήθεια ένα μέγεθος απόλυτο, όπως πρέπει να είναι. Διότι το να σχετικοποιείται η αλήθεια για λόγους επιβολής πολιτικής δεν είναι πολιτική και βεβαίως δεν οδηγεί πουθενά παρά μονάχα στην επικράτηση των φελλών, έστω κι αν αυτοί το μόνο που κάνουν είναι να επιπλέουν!