Ο άνθρωπος, από την πρώτη στιγμή που δι-αισθάνθηκε ενσυνειδήτως την ύπαρξή του και κατανόησε πως υπάρχει λογική προερχόμενη μέσα από τον βιολογικό του εγκέφαλο, λογική που ξεπερνούσε την ανάγκη απλώς της αυτοσυντήρησης και της εύρεσης τροφής, έκανε δυο σημαντικά άλματα σκέψης. Το πρώτο ήταν να σηκώσει το κεφάλι στον ουρανό και να αναζητήσει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο, έναν δημιουργό. Αυτό ενδεχομένως να προήρθε από την ενδογενή του ανάγκη να μοιράσει μέρος της ευθύνης του για τις αποφάσεις που παίρνει και οι οποίες μετουσιώνονται σε πράξεις, με κάτι ανώτερο από τον ίδιο, κάτι που ταυτόχρονα έρχεται ως ελπίδα, ως δύναμη ικανή να καταφέρει πράγματα θαυμαστά και μαζί ως ‘ελεγκτής’ που περιορίζει a priori την αυτοδιάθεση του ατόμου θέτοντας όρια, και ταυτόχρονα κάθε μη αποδεκτή (κοινωνική) συμπεριφορά. Τούτο λειτούργησε ίσως εις βάρος της ατομικότητας αλλά προς όφελος της κοινωνίας, αμβλύνοντας αντιθέσεις και καθιστώντας σημαντικότερο το «εμείς» από το «εγώ». Το δεύτερο σημαντικό άλμα ήταν πως την ίδια του τη σκέψη ήθελε να την εξωτερικεύσει, αρχικώς με σκοπό αμιγώς τεχνικό για να μεταφέρει χρηστικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσε στην επιβίωση του αλλά σχεδόν ταυτόχρονα και για να εκφραστεί με έναν τρόπο πιο ελεύθερο, που θα του επέτρεπε να μετουσιώσει την εμπειρία, το περιβάλλον και την καθημερινότητά του σε κάτι ωραίο, σε κάτι ιδανικό, σε κάτι που τελικά θα αποτελούσε το μέσο εκείνο που με την αισθητική του λειτουργία θα μιλούσε στο βαθύτερο κομμάτι του βιολογικού του μυαλού που λέγεται νους! Από τα περίτεχνα σχέδια που συναντάμε σε προϊστορικά σπήλαια μέχρι τη δημιουργία κτερισμάτων που συνόδευαν του νεκρούς του, ο πρωτόγονος άνθρωπος άρχισε δια της τέχνης να εκπαιδεύει το μυαλό του και να το κάνει φορέα δια-νόησης. Όσο σημαντική ήταν για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους η δημιουργία εργαλείων και η εξημέρωση ζώων και φυτών για να αυτοσυντηρηθεί και να επιβιώσει, άλλο τόσο σημαντική ήταν και η ανάπτυξη της τέχνης, σε όλες της τις μορφές, για να γυμνάσει το νου του και να γίνει καλύτερος και αποδοτικότερος, δημιουργώντας έτσι υψηλές έννοιες όπως αυτές του Ανθρωπισμού, της Δημοκρατίας, της Αλληλεγγύης, της Κοινωνικής Πρόνοιας κλπ., τις οποίες σήμερα μπορεί να τις θεωρούμε αυτονόητες αλλά είναι απολύτως σίγουρο πως χρειάστηκε μεγάλη ζύμωση προκειμένου αφενός να γίνουν αντιληπτές ως κοσμοθεωρίες κι αφετέρου να γίνουν κοινό κτήμα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.

Παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου εξελίχθηκε και η τέχνη του λόγου. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως το ένα συνέδραμε το άλλο, όσο αυξανόταν δηλαδή η νοητική ικανότητα του είδους μας αυξανόταν και ο λόγος – λογική, κι όσο αυξανόταν ο λόγος αυξανόταν και η νοητική ικανότητα (ως κάτι που απαιτεί βιολογική εξέλιξη του εγκεφάλου για να μπορέσει να επιτευχθεί), όπως περίπου συμβαίνει σήμερα με την εξέλιξη στο χώρο της επιστήμης των ηλεκτρονικών που κάθε νέο υλικό δίνει πρόσθετες δυνατότητες στο λογισμικό και το ανάποδο. Η τέχνη του λόγου που μετουσιώνεται σ’ αυτό που καλούμε Λογοτεχνία, πέρασε σύντομα από το εμβρυικό της στάδιο στο στάδιο της εξαιρετικά υψηλής τέχνης κι επηρέασε βαθύτατα τον άνθρωπο. Παραδόσεις σε ολόκληρη την υφήλιο που μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά κι έφτασαν μέχρι τα έπη του Ομήρου να κοσμούν την ανθρώπινη νόηση, μετέφεραν μαζί με τις πληροφορίες του πολιτισμού και την ίδια την ικανότητα του ανθρώπου να περιγράφει και να εξωτερικεύει με τρόπο θαυμαστό ό,τι μη-τεχνικό τον αφορά. Η συνέχεια είναι γνωστή και θα ήταν περιττό να την περιγράψουμε εδώ, δεν είναι άλλωστε αυτός ο σκοπός μας. Ερχόμενοι στο σήμερα, αν είχαμε τη δυνατότητα να αποτυπώσουμε τη στιγμή όπως κάνει ο φωτογραφικός φακός, τι είναι αυτό που αντικρίζουμε; Μια ακμάζουσα Λογοτεχνία ή μια τέχνη που είναι παρηκμασμένη; Αποτελεί η σημερινή λογοτεχνική παραγωγή μια εξελικτική συνέχεια στη γραμμή παρελθόν – μέλλον ή έχει ακολουθήσει κάποιον παράδρομο; Είναι πρωτότυπη ή απλώς αντιγράφει; Και, ίσως τούτο να είναι το πιο σημαντικό, αποτελεί παράγοντα εξέλιξης του ανθρώπινου είδους ή όχι;

Οι ερωτήσεις αυτές δεν είναι εύκολο να απαντηθούν και βεβαίως δεν θα τις απαντήσουμε εμείς διότι δεν έχουμε ούτε την επιστημονική επάρκεια για να το κάνουμε αλλά κυρίως δεν έχουμε την πρόθεση να το κάνουμε. Τούτο όμως δεν μας απαγορεύει να έχουμε σχηματοποιημένη μια προσωπική άποψη, ούτε βεβαίως μας εμποδίζει να απαριθμήσουμε ορισμένα γεγονότα που μπορούν να τεθούν στο τραπέζι της συζήτησης. Στις μέρες μας, και μιλώντας πάντοτε για την εμπειρία μας στον γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας, έχουμε γίνει μάρτυρες της άποψης πως η λογοτεχνία έχει ξεφύγει πια από τη δημιουργία πνευματικού έργου που αισθητικά -στις αισθήσεις μας δηλαδή- προσφέρει αγαλλίαση (σ.σ. από την Ομηρική λέξη «αγάλλομαι» που σημαίνει ευφραίνομαι, ικανοποιούμαι αισθητικά, εξ’ ου και το «άγαλμα» που «αγάλλει», που ευχαριστεί, κάνει κάποιον χαρούμενο) κι έχει περάσει σε ένα επίπεδο τεχνικό που κριτήριο αποφάσεων είναι πια κάποιος οικονομικός σχεδιασμός και όχι η αμιγώς γόνιμη δημιουργία. Για παράδειγμα, βλέπουμε να γίνονται μαθήματα δημιουργικής γραφής, να διδάσκεται δηλαδή η τεχνική, αλλά από την άλλη μεριά να μη δίνεται το σωστό βάρος στην τέχνη! Το να μάθει κανείς να συνθέτει μηχανικά και τεχνικά μια ιστορία δε σημαίνει πως η ιστορία αυτή θα έχει μέσα της κλεισμένο κι ένα κομμάτι ψυχής, που τελικά είναι και το ζητούμενο, διότι τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο από εξωτερίκευση κι έκφραση αυτής της ίδιας της ψυχής. Ακούμε συχνά να λέει ο δημιουργός: «Όταν γράφω (ζωγραφίζω, υποκρίνομαι πάνω στη σκηνή, τραγουδώ, συνθέτω κλπ.), δεν υπάρχω, δεν έχω συνείδηση της ύπαρξής μου, λες κι έχω μετουσιωθεί σε κάτι άυλο κι αφήνω τα αισθήματά μου να ξεχυθούν από μέσα μου σε μια ανοίκεια εξομολόγηση ενώπιον κοινού, ενώπιον ανθρώπων». Μπορεί, αναρωτιόμαστε, λοιπόν να διδαχτεί αυτό στο μάθημα της δημιουργικής γραφής; Μπορεί να λείπει αυτό από το έργο κάθε δημιουργού κι εν προκειμένω κάθε λογοτέχνη; Στρέφοντας την προσοχή μας σε ένα ακόμα σοβαρό σημείο, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε: Όταν η στρατηγική του μάρκετινγκ επιτάσσει σε κάθε συγγραφέα που πουλάει, να γράφει βιβλία ανά τακτά χρονικά διαστήματα σαφώς ορισμένα με αποτέλεσμα ο δημιουργός να επιβάλλεται σε πίεση και στρεσογόνο άγχος για να είναι εντός χρονοδιαγραμμάτων, τούτα τα έργα του θα είναι αυτομάτως και υψηλής λογοτεχνικής αξίας; Μπορεί ναι μπορεί και όχι, θα απαντούσε εύλογα ο καθένας από εμάς. Όταν όμως η συλλογιστική οδηγεί σε μια τέτοια απάντηση, είναι σχεδόν βέβαιο πως το θεμέλιο που στηρίζει την ουσία της λογοτεχνίας έχει κλονιστεί οπότε αναρωτιέται κανείς αν μιλάμε πλέον για αληθινή λογοτεχνία υψηλής αξίας ή απλώς για μια… γραμμή παραγωγής προϊόντων προς πώληση (τα οποία ίσως να έχουν αξία λογοτεχνική χωρίς όμως αυτό να εξασφαλίζεται πάντοτε). Και πριν μας κατηγορήσει κανείς για ουτοπιστές ή για απόλυτους στις απόψεις μας, θα πρέπει να επισημάνουμε πως ουδόλως τασσόμαστε κατά της δημιουργίας οικονομικού οφέλους από τη λογοτεχνία, άλλωστε είναι αυτονόητο πως θα πρέπει να συντηρηθεί και να έχει κέρδος κάθε συγγραφέας και κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον κλάδο αυτό. Από την άλλη όμως, θα πρέπει να σταθμιστεί και το κέρδος του αναγνώστη…

Υπήρξε μια περίοδος στην Ελλάδα που κυκλοφορούσαν ακόμα και στα περίπτερα όμορφες και ιδανικές ιστορίες σε συσκευασίες τσέπης που ούτε λίγο ούτε πολύ είχαν να κάνουν με μεγάλους έρωτες, ιδανικούς και εξωπραγματικούς σε σημείο που θα μπορούσαν να ανήκουν στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό «εκπαίδευσε» τρόπον τινά, το αναγνωστικό κοινό στο εύπεπτο και στο γρήγορο, όπως έγινε και με τις αλυσίδες γρήγορου φαγητού, προσφέροντας ουσιαστικά… μόνο λίπος! Απόρροια αυτής της τακτικής είναι το γεγονός πως ακόμα και σήμερα ο μέσος αναγνώστης αναζητά από τη λογοτεχνία ιστορίες επιδερμικές, χωρίς την ουσία εκείνη που θα τον κάνει να προβληματιστεί και να σκεφτεί αφού κλείσει το βιβλίο, γκρι αποχρώσεις λογοτεχνίας… που μόνο αποχρώσεις θα μείνουν και τίποτα παραπάνω! Από την άλλη μεριά, παρατηρούμε σωρεία αυτόκλητων συγγραφέων, πολύ δε περισσότερο ποιητών, που κατακλύζουν τα τυπογραφεία και παράγουν βιβλία που πολλές φορές δεν είναι ούτε καν διορθωμένα, δεν τα έχει δει μάτι επιμελητή, δεν έχουν καν μια στοιχειωδώς σωστή σελιδοποίηση! Θεωρούν πως ένας φίλος, κατά προτίμηση φιλόλογος που θα διορθώσει μερικά ορθογραφικά λάθη, κι ένα τυπογραφείο μπορούν να υποκαταστήσουν τη σοβαρή δουλειά που κάνει ένας εκδοτικός οίκος και τελικά το αποτέλεσμα είναι αμφιβόλου ποιότητας στις περισσότερες περιπτώσεις το οποίο ουδόλως συνδράμει στο σκοπό της λογοτεχνίας. Όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, καθόσον έχουμε δει λογοτεχνικές δημιουργίες υψηλότατης αξίας, γεγονός το οποίο θα πρέπει να τονίσουμε και ταυτόχρονα να επισημάνουμε πως αυτό θα το συναντήσει κανείς συνήθως εκεί που δεν το περιμένει, σε εκδόσεις που δεν ανήκουν στην πρώτη γραμμή κι από λογοτέχνες που το όνομά τους δεν φιγουράρει στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως πως σοβαρά λογοτεχνικά έργα παράγονται μόνο από αυτούς.

Στην εποχή του γρήγορου, του εύκολου και του φορητού, το βιβλίο δίνει καθημερινά αγώνα για να σταθεί στη θέση της ιστορίας που του αρμόζει. Είναι αλήθεια, ειδικά στην Ελλάδα της κρίσης, πως οι εκδοτικοί οίκοι καταβάλλουν αξιέπαινες προσπάθειες για να διατηρήσουν σε υψηλά επίπεδα την βιβλιοπαραγωγή και σ’ αυτό ίσως θα πρέπει να βρουν αρωγό την πολιτεία. Το κυριότερο όμως ζήτημα κατά την γνώμη μας είναι να διατηρηθεί ακέραιος ο σκοπός της λογοτεχνίας, να συνεχίσει να συνδράμει στην εξέλιξη του είδους μας και να μη λοξοδρομήσει σε μονοπάτια που οδηγούνται και κατευθύνονται είτε αποκλειστικά από όρους οικονομικού κέρδους είτε κάποιας κακώς νοούμενης ματαιοδοξίας. Είναι βέβαιο πως οποιαδήποτε πρόβλεψη για το μέλλον είναι παρακινδυνευμένη κι ενέχει το σοβαρό κίνδυνο να αποδειχτεί τελικώς λανθασμένη, αν όμως είχαμε τη δυνατότητα να ρίξουμε μια ματιά στο αύριο είναι πιθανόν να δούμε ορισμένα πράγματα που σήμερα ίσως μας φαίνονται αδιανόητα. Βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες υβριδικές, με βιβλία χάρτινα, ηλεκτρονικά ίσως και διαδραστικά, βιβλία που για να αναγνωστούν θα πρέπει ο αναγνώστης να επισκεφτεί κάποια ιστοσελίδα προκειμένου να «ξεκλειδώσει» ένα μέρος του περιεχομένου – είναι άραγε μακριά η μέρα που τα βιβλία δεν θα έχουν επίλογο γραμμένο στο χαρτί αλλά σε κάποιο ηλεκτρονικό μέσο (που μαζί με το φινάλε θα πουλήσει και διαφήμιση ή κουπόνια για το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα); Είναι δύσκολο να φανταστούμε εκδοτικούς οίκους που θα δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιο επίπεδο καθιερώνοντας -κατά το δοκούν- πρότυπα μέσα από τις τεχνικές του μάρκετινγκ και υποκαθιστώντας και υποβαθμίζοντας τοπικούς δημιουργούς ή ακόμα να καταστήσουν τη λογοτεχνία εργαλείο που ίσως χρησιμοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς, στρατευμένη ενδεχομένως στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης;Και μια τέτοια παγκοσμιοποιημένη εμπορική δραστηριότητα δε θα κουβαλάει μοιραία μαζί της και όλες εκείνες τις παθογένειες των πολυεθνικών επιβάλλοντας σε βάθος χρόνου πρότυπα συγγραφικά που θα προσεγγίζουν εκείνα της βιομηχανίας της μουσικής και του κινηματογράφου, με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει για την ίδια την ουσία της τέχνης του λόγου;

Η τεχνολογία οδηγεί τις εξελίξεις με γοργά βήματα προς την τεχνητή νοημοσύνη, κάτι το οποίο κατά τη γνώμη μας θα συνδράμει και θα βοηθήσει πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής στο μέλλον. Όσο παραμένει εκεί, ως τεχνητή νοημοσύνη, εφόσον δε χρησιμοποιηθεί για σκοτεινούς σκοπούς, θα είναι ελεγχόμενη και θα λειτουργεί μέσα σε όρια. Τι θα γίνει όμως αν μετεξελιχθεί σε τεχνητή φαντασία; Τι θα γίνει αν η μηχανή, με τη συνδρομή της επιστήμης, τελικά αποκτήσει φαντασία; Τι θα γίνει αν ο υπολογιστής μπορέσει να γράψει κείμενα λογοτεχνικά; Αυτά θα είναι αποτέλεσμα δράσης της ανθρώπινης νόησης ή όχι; Ένα άρτιο τέτοιο έργο θα έχει λογοτεχνική αξία ή όχι;Αν η μηχανή τελικά καταφέρει να φανταστεί, τι θα σημαίνει αυτό για τη λογοτεχνία; Αυτονόητο είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση ενδεχομένως ο άνθρωπος να κληθεί να απαντήσει σε πιο σοβαρά ερωτήματα, αλλά υπό τη σκοπιά του ζητήματος που πραγματευόμαστε, η ερώτηση θεωρούμε πως είναι πολύ σοβαρή και η απάντηση πάρα πολύ δύσκολη. Αυτό που ελπίζουμε όμως είναι τα βιβλία του μέλλοντος να μη χρειάζονται ούτε πολιτική ανάλυση για να δούμε πίσω από τις λέξεις τον πραγματικό λόγο που γράφτηκαν, ούτε αποκωδικοποίηση λόγω συγγραφής από κάποιο πρόγραμμα που ενδεχομένως να περιγράφει σωστά έναν χαρακτήρα αλλά να μην μπορεί να κατανοήσει απλά(;) πράγματα όπως η ανάγκη, η συγκυρία, η αγάπη ή… το φιλότιμο!