Έχοντας μπει για τα καλά στον εικοστό πρώτο αιώνα και ταυτόχρονα έχοντας παραμερίσει ως εθνικές οντότητες πολλές από τις διαφορές που χωρίζουν τις φυλές δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στην πολιτική να προχωρήσει σε διεθνείς συμφωνίες αλλά και σχηματίζοντας διακρατικούς θεσμούς κι οργανισμούς προς όφελος των πολιτών, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που θα έλεγε κανείς πως μοιάζει οξύμωρο. Από τη μια ως άνθρωποι και ως λαοί έχουμε την τάση να συνασπιζόμαστε και να προτάσσουμε το κοινό συμφέρον απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος κι από την άλλη στις μέρες μας παρατηρείται μια ποσοστιαία αύξηση της επιρροής στον πληθυσμό του (ακραίου) εθνικισμού, που ευαγγελίζεται τη μοναδικότητα και την ανάγκη διαχωρισμού των ανθρώπων σε κατηγορίες.

Οι κοινωνίες σήμερα διχάζονται για το αν θα πρέπει πια να είναι ανεκτικές στη διαφορετικότητα και δεκτικές στον πολιτισμικό πλουραλισμό ή αν θα πρέπει να περιχαρακωθούν πίσω από σιδηρόφρακτα παραπετάσματα, τα οποία συνήθως οικοδομούνται πάνω στο τρίπτυχο πατρίδα – θρησκεία – οικογένεια. Μέσα από διεργασίες που όλοι μας βιώσαμε, καθόσον δεν έλαβαν χώρα σε κάποιο μακρινό παρελθόν, δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνοντας το όραμα της κοινής αγοράς και της ελεύθερης μετακίνησης των πληθυσμών στη Γηραιά Ήπειρο πραγματικότητα. Τώρα όμως, αυτοθέλητα ή όχι, η ίδια η Ε.Ε. μοιάζει πως θέλει να γκρεμίσει το οικοδόμημα που η ίδια έχτισε, καθόσον παρατηρούμε την επιθυμία μιας ικανής μερίδας ευρωπολιτών να σκέφτεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την αποχώρηση. Το ποσοστό αυτό των πολιτών καταγράφεται τα τελευταία χρόνια με διαρκώς αυξανόμενα ποσοστά στις εκλογικές αναμετρήσεις των χωρών μελών της Ένωσης και φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε τους θεσμούς που διευκολύνουν την πρόοδο, την ευημερία και την ανάπτυξη να τρίζουν κάτω από το βάρος όλων εκείνων που θέλουν να τα διαλύσουν προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον εις βάρος του συλλογικού.

Είναι λοιπόν γεγονός πως τα φαινόμενα του ακραίου εθνικισμού, τα οποία πριν μερικά χρόνια ήταν σποραδικά κι αδύναμα, έχουν πάρει στις μέρες μας ανησυχητικές διαστάσεις. Προς τούτο δε, ίσως συμβάλλει κι ο ευρωσκεπτικισμός ο οποίος συνδράμει στην ενδυνάμωσή τους καθώς δεν υπάρχουν ισχυρές φωνές που να ακούγονται και να εναντιώνονται με σοβαρά επιχειρήματα εκτονώνοντας τη δυναμική τους, ενώ ταυτόχρονα οι επιβαλλόμενες πολιτικές της λιτότητας και της οικονομικής αστάθειας καθιστούν τους λαούς ευάλωτους σε τέτοιου τύπου ρητορικες.

Ποιος φταίει που πεινάς; Ο ξένος που κλέβει τον εθνικό σου πλούτο! Ποιος σε κάνει να νιώθεις ανασφαλή; Ο ξένος που κοιμάται έξω από την πόρτα σου! Ποιος σου κλέβει το μεροκάματο; Ο ξένος! Τούτη η συνταγή είναι αλάνθαστη όταν στοχεύει στο θυμικό εξαθλιωμένων λαών ή πολιτών που βλέπουν το μέλλον να έχει χάσει την προοπτική του. Δε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριστεί κανείς πως προς την κατεύθυνση αυτή συνεπικουρεί επίσης η αμετροέπεια των πολιτικών, η οίηση των ισχυρών που δε λαμβάνουν υπ’ όψη τους τη διαφορετικότητα των δυνάμεων που συνθέτουν την κοινή συνισταμένη εντός της Ε.Ε., η αναποφασιστικότητα και η αναβολή στη λήψη σοβαρών αποφάσεων και κυρίως η επιβολή μέτρων που καταφανώς αδικούν μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Όλα τούτα καθιστούν, τους απαίδευτους, κατά το πλείστο αλλά όχι μόνο, πολίτες, ευεπίφορους στους κάθε είδους διαπρύσιους κήρυκες της σωτηρίας που θα επέλθει τάχα αποκλειστικά και μόνο επιστρέφοντας στον εθνικισμό και στις διδαχές που αυτός επιτάσσει.

Ο σκεπτόμενος πολίτης θα μπορούσε να θέσει ένα καίριο ερώτημα στις μέρες μας: «Μήπως χρειάζεται ένας ηγέτης, ο οποίος θα αναλάβει την ευθύνη για τη διακυβέρνηση του πλοίου;». Δε θα ισχυριστούμε πως κάτι τέτοιο δεν έχει, δειλά ίσως, αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μια λύση που θα διασφαλίσει το μέλλον της. Να μετατραπεί αργά αλλά σταθερά σε ένα αντίγραφο των Η.Π.Α. όπου την κεντρική εξουσία ασκεί ένα πρόσωπο κι ενεργεί στο όνομα των αυτοδιοικούμενων πολιτειών. Όμως, αν η συλλογιστική μας δε μείνει επιφανειακά στο ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω, αλλά προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, δε θα ήταν εύλογο ένα ερώτημα του τύπου: «Μήπως τελικά ο εθνικισμός έρχεται ως φόβητρο για να μπορέσει μια τέτοια εξέλιξη να γίνει πραγματικότητα χωρίς οι λαοί να αντιδράσουν; Μήπως έχει τεχνηέντως πλασαριστεί η επιχειρηματολογία του φόβου, κυρίως μέσα από τον κατακλυσμό στις τηλεοπτικές μας οθόνες ειδήσεων και εικόνων μισαλλοδοξίας προς το σκοπό αυτό;»

Ο Ισοκράτης είχε πει πως το ήθος κάθε πολιτείας είναι όμοιο με το ήθος των ανθρώπων που την κυβερνούν. Αν τούτο το δεχτούμε ως μια τοποθέτηση που έχει ισχύ και στις μέρες μας, τότε μοιραία θα πρέπει να αναρωτηθούμε για δυο πράγματα. Το πρώτο δε θα μπορούσε να είναι άλλο παρά το γεγονός πως όσο ο εθνικισμός ριζώνει και αυξάνεται η επιρροή του στους κόλπους της Ευρώπης, τόσο κι εμείς μέσα μας, ως μονάδες – πολίτες αυτής της ένωσης, πρέπει να δεχτούμε πως είμαστε φορείς ενός ποσοστού αυτής της παθογένειας. Τούτο μπορεί να μην ακούγεται ευχάριστο, αλλά καλό θα ήταν να ψάξει ο καθένας μέσα του και να κοιτάξει κατάματα τον εθνικισμό που ίσως, ακόμα και σε λανθάνουσα μορφή, κρύβεται κάπου στο θυμικό του και στη συνέχεια βεβαίως να διαχειριστεί τα πιστεύω του κατά το δοκούν.

Το άλλο μεγάλο ζήτημα που προκύπτει από αυτή τη διαπίστωση του Ισοκράτη είναι κάτι εξαιρετικά απλό και θα μπορούσε να συνοψιστεί στο εξής ερώτημα: Το ήθος των κυβερνώντων αλλά και της πολιτικής είναι τέτοιο που επιτρέπει την άνοδο του εθνικισμού στους κόλπους της Ε.Ε. γιατί θεωρούν πως η δημοκρατία έχει φτάσει στα όριά της και χρειάζεται πια κάτι ριζοσπαστικό για να επανεκκινηθεί; Κι αν ναι, σε ποιες βάσεις, με ποιο τρόπο και βεβαίως… ποιος θα πληρώσει στο τέλος το λογαριασμό;

Αρχική δημοσίευση στη Huffington Post