«Τριάντα έξι χρόνια, ούτε πέντε ούτε δέκα. Τριάντα έξι χρόνια κάθε μέρα είμαι εδώ», σκέφτηκε ο κυρ Γιάννης ξεκλειδώνοντας την πόρτα του καταστήματός του. «Τριάντα έξι χρόνια φτιάχνω κορνίζες, μια ολόκληρη ζωή δηλαδή, μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι. Καλά ήταν όμως, έζησα τη φαμίλια μου, σπούδασα τα παιδιά μου, έβγαλα το βιός μου εδώ μέσα. Κι ο κόσμος με αγάπησε, ποτέ δε με άφησε χωρίς δουλειά, ας είναι όλοι τους καλά.»

Με αργές κινήσεις έβγαλε το σακάκι του και το ακούμπησε στην κρεμάστρα πίσω από το γραφείο. Έριξε μια ματιά στις τελευταίες παραγγελίες που είχε ετοιμάσει και χαμογέλασε, δυο μέρες ακόμα και θα μπορούσε να ευχαριστηθεί τη σύνταξή του. Πήγε στο πίσω μέρος, στο εργαστήριο για να φτιάξει το καφεδάκι του. Ανακάτεψε τη ζάχαρη με τον καφέ στο μπρίκι και περίμενε να φουσκώσει. Η φωτιά σιγόκαιγε, ήθελε να γίνει μερακλίδικος, βαρύς και με δυο δάχτυλα καϊμάκι, έτσι του άρεσε.

Από την είσοδο ακούστηκε το κουδουνάκι που ήταν κρεμασμένο πάνω από την πόρτα. Μισό λεπτό, έρχομαι… φώναξε κι άδειασε τον καφέ στο λευκό φλιτζάνι με το ασορτί πιατάκι. Άφησε τη βρύση να τρέξει για λίγο και γέμισε κι ένα ποτήρι νερό. Τα έβαλε όλα στο δίσκο και κατευθύνθηκε στο γραφείο. Αντίκρισε δυο νεαρούς, τριάντα χρονών το πολύ να τον περιμένουν. Ακούμπησε το δίσκο με τον αχνιστό καφέ και χαμογελώντας τους καλημέρισε. Το γέλιο του όμως πάγωσε, όταν αντίκρισε τα όπλα που κρατούσαν στα χέρια τους.

«Τα λεφτά σου γέρο και γρήγορα», του είπε ο ένας κοφτά ενώ ο άλλος κοιτούσε έξω από τη βιτρίνα.

«Ποια λεφτά λεβέντες μου», απάντησε σαστισμένος, «μόλις άνοιξα το μαγαζί, είναι πρωί ακόμα».

«Δώσε ότι έχεις για να φύγουμε. Γρήγορα», είπε απαιτητικά ο άγνωστος νεαρός.

«Τι να σου δώσω, αφού δεν έχω;»

«Άκου γέρο, δε θα το ξαναπώ. Ή μου δίνεις ότι έχεις ή τον ήλιο δεν τον ξαναβλέπεις, κατάλαβες;»

«Να σου δώσω κάτι λίγα που έχω στο πορτοφόλι μου παιδί μου» είπε με τρεμάμενη φωνή.

 

8:09:17 π.μ.

Ο χρόνος πάγωσε. Μέσα στην απόλυτη ησυχία του πρωινού, ο μεταλλικός ήχος της σφαίρας που μπήκε στη θαλάμη του όπλου απλώθηκε από άκρη σε άκρη μέσα στο κορνιζάδικο. Γύρισε τα μάτια του στον εισβολέα και κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί. Κάτι προσπάθησε να πει, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν, θαρρείς έχασαν τη δύναμή τους σε μια στιγμή μέσα, μεταμορφώθηκαν σε ξένο σώμα, χωρίς αίσθηση καμιά. Η συνείδησή του ξεπήδησε μέσα από τα τρομαγμένα μάτια και καρφώθηκε στη σκανδάλη που είχε αρχίσει την πορεία προς τα πίσω. Το σώμα του εξαϋλώθηκε προς στιγμή μπροστά στην απίστευτη εξέλιξη και μετά επανήρθε σαν να το διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Διπλώθηκε ή τουλάχιστον προσπάθησε, το πορτοφόλι του έπεσε από τα χέρια που ξεκίνησαν την πορεία προς τα εμπρός, να προφυλάξουν το κεφάλι του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν η καρδιά του δούλευε γρήγορα ή αν είχε σταματήσει εντελώς, πάντως τα σωθικά του συστάλθηκαν σχεδόν ακαριαία, αυτό ήταν σίγουρο, το ένιωσε έντονα. Στο μυαλό του μέσα έγινε μια έκρηξη, χημικές ουσίες, αδρεναλίνη, αίμα, οξυγόνο, θυμός και απορία ανακατεύτηκαν, η λογική μόνο χάθηκε μονομιάς. Τον έλεγχο είχε αναλάβει πια το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ακούσιος έλεγχος που δεν μπορούσε να παρέμβει με κανένα τρόπο, σαν κάποιος άλλος να διαφέντευε το νευρικό του σύστημα και να έδινε τις προσταγές. Ένιωσε κρύος, πολύ κρύος, όπως το σίδερο που παγώνει το χειμώνα. Ίσως αυτό να ήταν το τελευταίο πράγμα που ένιωσε, κάτι έγινε μέσα του κι οι αισθήσεις χάθηκαν ξαφνικά ή έτσι τουλάχιστον νόμισε. Κοιτούσε τα χέρια του στην ανοδική τους πορεία, σαν να ήταν σε αργή κίνηση, ενώ το πορτοφόλι του έμοιαζε ακόμα ακίνητο στον αέρα, αψηφούσε το δευτερόλεπτο εκείνο τους νόμους της βαρύτητας.

Ο κρότος από το όπλο ακούστηκε έξω από το μαγαζί, αλλά δεν έφτασε ποτέ στα αυτιά του κυρ Γιάννη. Κι αν έφτασε δεν τον άκουσε, τίποτα δεν άκουγε άλλωστε, είχε μείνει στο σημείο εκείνο του χρόνου που κυλούσε αργά, τόσο αργά που τα βλέφαρά του χρειαζόταν μια αιωνιότητα για να ανοιγοκλείσουν. Η εκούσια κίνηση των χεριών του για να τον προστατέψουν συνεχιζόταν ενώ και το κορμί του άρχισε να διπλώνεται, δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο για να προστατευτεί παρά μόνο να μικρύνει, όσο το δυνατόν περισσότερο για να δυσκολέψει το αδίστακτο χέρι του ληστή. Η σφαίρα είχε ήδη ξεκινήσει τη φονική της πορεία, είχε σχεδόν διανύσει τη μισή απόσταση από το στόχο της περιστρεφόμενη τρελά γύρω από τον άξονά της. Εκείνος ο μικρός όγκος πυρακτωμένης ύλης πλησίαζε τη σάρκα με ταχύτητα για να επιτελέσει το σκοπό της δημιουργίας της, να καταστρέψει. Μονάχα για ζημιά και για τίποτα άλλο δεν ήταν ικανή αυτή η ανθρώπινη εφεύρεση, μονάχα για να κάνει κακό.

Πριν προλάβει να προστατευτεί, ο κυρ Γιάννης δέχτηκε τη σφαίρα κατάστηθα. Δεν ένιωσε τίποτα, ούτε καν τραντάχτηκε. Δεν υπήρξε ούτε πόνος ούτε ενόχληση. Σαν να μην έγινε τίποτα, το μέταλλο φώλιασε μέσα στο σώμα του διαρρηγνύοντας ότι έμπαινε εμπόδιο στην πορεία του και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν χόρτασε αίμα και καταστροφή.

 

8:09:18 π.μ.

Ο χρόνος ξεπάγωσε για μια στιγμή. Ο κυρ Γιάννης κοίταξε τη μικρή κηλίδα αίματος πάνω στο πουκάμισό του. Δεν κατάλαβε τι είχε γίνει, όλα έμοιαζαν ψεύτικα, ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης και τίποτα άλλο. Για μια στιγμή γύρισε το κεφάλι του απορημένος προς τον νεαρό. Ήθελε να τον ρωτήσει αν όλα αυτά είναι αλήθεια, αλλά δεν έβγαινε φωνή από μέσα του. Παραπάτησε, έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω, προσπάθησε να πιαστεί από κάπου, αλλά όλα ήταν μακριά ή έτσι του φάνηκε. Γονάτισε. Έφερε τα χέρια του στο στήθος, προσπάθησε να ανοίξει το πουκάμισο, μάταια όμως, τα χέρια του μούδιασαν ξαφνικά. «Γιατί;» ψέλλισε, αλλά κανείς δεν τον άκουσε. Σωριάστηκε στο πάτωμα, δίπλα από το ανοιχτό πορτοφόλι του, ο χρόνος πάγωσε ξανά.

Τα παιδιά μου, σκέφτηκε, δε θα τα ξαναδώ, ούτε τη γυναίκα μου, ούτε τα εγγονάκια μου. Βαριανάσαινε, με δυσκολία γέμιζε τα πνευμόνια του με αέρα, κάθε ανάσα ένας άθλος. Μια έντονη μυρωδιά καμένου γέμισε τα ρουθούνια του. Άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα. Κούνησε το κεφάλι του σπασμωδικά, τα μάτια του δεν μπορούσε να τα εστιάσει κάπου. Προσπάθησε, αλλά όλα έμοιαζαν θολά, τίποτα δεν ήταν ξεκάθαρο πια. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν τον καφέ του να αχνίζει πάνω στο γραφείο του. Άρχισε και ο πόνος, αλλά μπορούσε να τον αγνοήσει, ποτέ ξανά δεν είχε καταφέρει κάτι τέτοιο. Έκλεισε τα μάτια του κι άρχισε να βλέπει. Τη στιγμή που είχε δοκιμάσει για πρώτη φορά στη ζωή του παγωτό, πόσο του άρεσε το παγωτό! Και τότε που για πρώτη φορά έκανε ποδήλατο χωρίς βοήθεια, εκείνο το αίσθημα της ελευθερίας ήταν πρωτόγνωρο. Τότε που πήγε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο, τον συνόδευε ο αδερφός του, κι ακόμα θυμάται την ταινία, κάθε της λεπτομέρεια. Και τη στιγμή που η γυναίκα του ξεπρόβαλλε από τη γωνία και ήρθε τρέχοντας πάνω του για να του ανακοινώσει ότι ήταν έγκυος. Και το Μανώλη, το μεγάλο του γιο πριν πολλά χρόνια όταν τον πρωτοείπε μπαμπά και γέμισε ο τόπος όλος φως. Και τα εγγόνια του που τον περίμεναν κάθε απόγευμα με χαρά κι έπεφταν πάνω του αγκαλιάζοντάς τον για να τους δώσει σοκολάτα. Και μετά άρχισε να σκοτεινιάζει. Ούτε πονούσε ούτε ένιωθε τίποτα πια. Ούτε άκουγε. Ούτε κουνιόταν. Ίσως μόνο να ανάσαινε, αλλά και γι’ αυτό δεν ήταν σίγουρος. Το πιο περίεργο πράγμα πέρασε τότε από τη σκέψη του. Τι ώρα να ήταν άραγε; Να είχε πάει οχτώ και δέκα;

Η ιστορία σε pdf: Οχτώ και δέκα

και σε epub: Οχτώ και δέκα