Το τελευταίο χρονικό διάστημα, με πρωτοβουλία της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων της Στερεάς Ελλάδας, έχει γίνει μεγάλη και σοβαρή μελέτη για τη δημιουργία μιας αξιόπιστης πρότασης η οποία θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης για τη δημιουργία και λειτουργία Πανεπιστημίου με έδρα τη Στερεά Ελλάδα. Η λεγόμενη «Πρόταση Πανούση» έχει πάρα πολλά θετικά σημεία και είναι βέβαιο πως έχει παραχθεί μέσα από κοπιώδη σκέψη, έρευνα και μελέτη αλλά κι από τις διδαχές της παγκόσμιας πανεπιστημιακής εμπειρίας. Επί της πρότασης αυτής και χωρίς βεβαίως να έχουμε την αρμοδιότητα ή την επιστημονική επάρκεια παρά μόνο την αγωνία για το μέλλον των παιδιών μας, θα θέλαμε να θέσουμε υπ’ όψη τόσο της τοπικής κοινωνίας όσο και των εχόντων την αποφασιστική αρμοδιότητα ορισμένες πρόσθετες σκέψεις προς την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Σκεπτόμενοι το μέλλον του τόπου κι έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας πως ένας τέτοιος σοβαρός θεσμός, όπως το Πανεπιστήμιο, δεν μπορεί παρά να αποτελέσει ένα ζείδωρο πλεονέκτημα για την ανάπτυξη όχι μόνο της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας αλλά και ολόκληρης ίσως της χώρας, καταθέτοντας προτάσεις στη βάσανο της δημόσιας συζήτησης για το εν λόγω ζήτημα, το πρώτο ίσως σημείο που θα έπρεπε να σταθεί κανείς δε θα μπορούσε να είναι άλλο από το γεγονός πως η πανεπιστημιακή γνώση ίσως πια θα πρέπει να αφουγκράζεται τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο και να προσαρμόζεται σ’ αυτές, παρέχοντας γνώσεις ικανές να μετατραπούν σε εργαλεία στα χέρια των νέων ανθρώπων. Προς την κατεύθυνση αυτή και κοιτώντας το μέλλον μέσα από τους κλάδους της επιστήμης που το δημιουργούν, για παράδειγμα την ηλεκτρονική τεχνολογία, την ανάπτυξη του λογισμικού των υπολογιστών αλλά και της επιστήμης των επικοινωνιών που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει αλματώδη ανάπτυξη, ο καλύτερος ίσως σύμβουλος για να προτείνει ή απλώς για να υποδείξει τομείς έρευνας και εκπαίδευσης που θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στο νέο Πανεπιστήμιο δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τους ίδιους τους ηγέτες που καθορίζουν τις εξελίξεις τόσο σε εγχώριο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Δε θα ήταν εύλογο να ζητηθεί η συνδρομή μεγάλων ελληνικών και ξένων εταιρειών τεχνολογίας κι επικοινωνιών ώστε από κοινού με την εγχώρια πανεπιστημιακή κοινότητα να δημιουργήσουν κλάδους σπουδών με μεγάλη προοπτική για το μέλλον;

Τις Πανεπιστημιακές σπουδές τις έχουμε συνδέσει με την επαγγελματική αποκατάσταση, αφήνοντας σχεδόν μονίμως έξω από κάθε σκεπτικό οτιδήποτε μη πρακτικό και μη χειροπιαστό. Ιατρική, νομική, φιλολογία, μαθηματικό, φυσικό κλπ. αποτελεί την πρώτη γραμμή της ζήτησης και οι Τέχνες… δεν είναι πουθενά! Οι Τέχνες είναι ίσως το κομμάτι εκείνο που έχει πληγεί περισσότερο από αυτή την παθογενή, κατά τη γνώμη μας, αντίληψη κάτι το οποίο ίσως να είναι λάθος αν τελικώς δεν ληφθεί υπ’ όψη στο σχεδιασμό του νέου Πανεπιστημίου. Ζούμε ζωές συνδεδεμένες με το διαδίκτυο που κουβαλάμε πια στα κινητά μας τηλέφωνα, γύρω μας η κοινωνία είναι γεμάτη τεχνοκράτες με διδακτορικά, η καθημερινότητά μας είναι αγχωμένη και καταφεύγουμε σε φαρμακευτική αγχολυτική αγωγή για να ανταπεξέλθουμε την κάθε ημέρα ξεχνώντας την ομορφιά! Αυτή που μόνο οι Τέχνες μπορούν να μας δώσουν και μια από αυτές, η Λογοτεχνία που αμιγώς δεν υπάρχει σε κάποιο εγχώριο τριτοβάθμιο ίδρυμα, θα ήταν ευκταίο να υπάρξει ως αντικείμενο σπουδών του Πανεπιστημίου της Στερεάς Ελλάδας!

Το νέο ίδρυμα, θα μπορούσε ενδεχομένως να ξεφύγει ήδη από την ίδρυσή του, από ορισμένες παθογένειες του παρελθόντος και κακές πρακτικές του παρόντος. Μια ενδιαφέρουσα πρόταση θα ήταν να εξαιρεθεί από τις πανελλήνιες εξετάσεις και να μπορεί να εγγραφεί όποιος το επιθυμεί, ακόμα και κάποιος ενήλικας που θέλει να διευρύνει το γνωστικό του πεδίο, αλλά με πολύ αυστηρούς κανόνες, στα πρότυπα πολλών ξένων πανεπιστημίων, για τη φοίτηση και την επιτυχία στις εξετάσεις. Αδυναμία επιτυχίας στις εξετάσεις των εξαμήνων να σημαίνει αυτοδίκαια και διαγραφή, με προϋποθέσεις βεβαίως, κάτι που θα διασφάλιζε το γεγονός ότι δε θα υπάρχουν πια αιώνιοι φοιτητές ενώ ταυτόχρονα οι μεταδιδόμενες γνώσεις θα είναι και γνώσεις κατασταλαγμένες μέσα στη συνείδηση των φοιτητών έτοιμες για χρήση ως εφόδιο για το μέλλον. Το σκεπτικό αυτό θα μπορούσαμε να το προχωρήσουμε κι ένα βήμα πιο μακριά από τη στιγμή μάλιστα που έγινε λόγος για ένα πολύγλωσσο ίδρυμα. Θα μπορούσε να γίνει ένα πανεπιστήμιο που θα προσελκύσει φοιτητές από ξένες χώρες, κατά τα πρότυπα των πολυδιαφημισμένων πανεπιστημίων της Κύπρου, οι οποίοι όμως να υποχρεωθούν να καταβάλουν δίδακτρα, καλύπτοντας έτσι μέρος των λειτουργικών του εξόδων.

Το σκεπτικό μας θα μπορούσαμε να το επεκτείνουμε και να το εμπλουτίσουμε και με σειρά άλλων προτάσεων, οι οποίες όμως θα καταστήσουν μακροσκελές και δυσανάγνωστο τούτο το κείμενο, γι’ αυτό δε θα το κάνουμε αν και οι προτάσεις μας είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου. Σταχυολογήσαμε πιο πάνω κάποιες από αυτές αλλά ολοκληρώνοντας την παράθεση των σκέψεών μας θα κρατήσαμε ίσως την πιο σημαντική για το τέλος. Το νέο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να έχει μια θεμελιώδη διαφορά από όλα τα υπόλοιπα, θα πρέπει να αποτελέσει το πρότυπο για την αναδιοργάνωση όλων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της χώρας μας ώστε όλα μαζί να μπορούν να σταθούν επάξια απέναντι στο διεθνή ανταγωνισμό, τις εξελίξεις αλλά και τις προκλήσεις του μέλλοντος. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ένα ανοιχτό Πανεπιστήμιο σε αντιλήψεις, δράσεις κι επιτεύγματα, με την υιοθέτηση μόνο καλών και πρότυπων πρακτικών, εξωστρεφές με διαρκείς συνεργασίες αλλά και την πραγματική διασύνδεσή του με τον επιχειρηματικό κόσμο αλλά και τον κόσμο του πνεύματος και της τέχνης. Αλλιώς, κι ας μας συγχωρεθεί η απαισιοδοξία, αν και όταν δημιουργηθεί, ίσως να οδηγηθεί στην απαξίωση, όπως έγινε με το παλαιότερο Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας και μοιραία το κουφάρι του να γίνει βορά πολιτικών επιχειρημάτων ένθεν κακείθεν και στους εγκαταλειμμένους από φοιτητές και όνειρα τοίχους του να γράφονται απλώς κακόγουστα συνθήματα…