Της είχα προσφέρει τον ήλιο και τ’ αστέρια και τον ουρανό ολόκληρο, εκείνη όμως έμεινε βράχος ακλόνητος, αδιαφορούσε παντελώς ακόμα και για την ύπαρξή μου. Χρόνια ολόκληρα την κοίταζα στα μάτια, εκείνα τα μαύρα μεγάλα μάτια που έκρυβαν μέσα τους φωτιά κανονική! Ύστερα έφυγε, ξαφνικά όπως είχε έρθει, μετακόμισε σε άλλο σπίτι, σε άλλη πόλη. Όχι για πολύ όμως, την ακολούθησα όπως ο πιστός σκύλος ακολουθεί τ’ αφεντικό του. Έφυγα κι εγώ, άλλαξα σπίτι, άλλαξα πόλη, τα άλλαξα όλα για τα δυο της τα μαύρα μάτια. Μια επιταγή χωρίς αντίκρισμα, μόνος στο κρεβάτι τα βράδια με μόνη συντροφιά μου τη σκέψη της. Κι έφυγε πάλι κι εγώ την ακολούθησα. Και ξανά και ξανά…

Εκείνη αλλού κι εγώ σ’ εκείνη, πέρασε ο καιρός, πέρασαν τα χρόνια και χάθηκε γι’ ακόμα μια φορά. Ξαφνικά όπως και πρώτα. Μόνο που πια οι δυνάμεις μου με είχαν εγκαταλείψει, την άφησα να φύγει χωρίς να την ακολουθήσω, ακόμα κι από τα όνειρά μου της έδωσα την άδεια να εξαφανιστεί. Δεν είχα νέα της για πολύ καιρό. Κι όταν τα έμαθα ήταν δυσάρεστα. Ένας από τους πελάτες της στον οίκο ανοχής τη μαχαίρωσε. Πέθανε σχεδόν ακαριαία, είπαν. Μόνη στη ζωή της, δε θα το επέτρεπα στον εαυτό μου να την αφήσει μόνη και στο θάνατο. Αφαίρεσα τη ζωή μέσα από τις φλέβες των καρπών μου κι έτρεξα σαν τον αέρα κοντά της. Με περίμενε γεμάτη λαχτάρα με τα μαύρα μάτια της ορθάνοιχτα. Άξιζε τον κόπο να περιμένω τελικά. Άξιζε κι ας μου κόστισε μια ζωή χωρίς να τη ζήσω…