Όταν ο Όμηρος έριξε τους θαλασσοδαρμένους -και πεινασμένους για τη γυναικεία συντροφιά- άντρες του Οδυσσέα στα δίχτυα της Κίρκης, εκείνοι «μεταμορφώθηκαν» σε γουρούνια λαίμαργα στην αγκαλιά της όμορφης μάγισσας. Ο κορεσμός της «πείνας» τους απέκτησε στο μυαλό τους την κυρίαρχη θέση, έγινε σχεδόν ο σκοπός της ύπαρξής τους, έστω και πρόσκαιρα, διότι όπως είναι γνωστό από την εμπειρία του καθενός μας, όταν αποκτούμε αυτό που δεν κατέχουμε, παύει να υπάρχει και η επιθυμία. Τούτο θα μπορούσε να κατέχει τη θέση ενός επιβεβαιωμένου κι αποδεδειγμένου αξιώματος, μόνο που στην περίπτωση των κυβερνήσεων αυτού του τόπου δεν ισχύει. Οι λυμεώνες του πολιτικού συστήματος δεν μπορούν να απαγκιστρωθούν από τη λαγνεία της καρέκλας και της εξουσίας που αυτή φέρνει μαζί της. Προτιμούν να ξεπουλήσουν τα πάντα, είναι κοινό μυστικό αυτό, άλλωστε εδώ και χρόνια ο λαός βλέπει υπουργούς και κυβερνητικά κλιμάκια να πηγαινοέρχονται στα ευρωπαϊκά σαλόνια και να κλείνουν συμφωνίες εις βάρος της χώρας τελικά.

Δε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριστούμε πως ακόμα και ο πιο αδαής πολίτης αυτού του κόσμου, πολύ δε περισσότερο ο τελευταίος Έλληνας πολίτης, γνωρίζει πλείστα όσα παραδείγματα από την ιστορία μας, παραδείγματα που φανερώνουν πως όταν οι έχοντες την εξουσία παραμέρισαν το καλό της πατρίδας κι αποφάσιζαν με αλλότρια κριτήρια, η καταστροφή δεν αργούσε να έρθει στον τόπο.

Στο βιβλίο «Περί ύψους» που μας έρχεται από την αρχαιότητα, του οποίου ο συγγραφέας είναι άγνωστος αλλά αποδίδεται (κατά σύμβαση) στον Διονύσιο ή Λογγίνο ή Διονύσιο Λογγίνο, γίνεται μια εξαιρετική διαπίστωση: «[…]δε γεννιούνται πια φύσεις πολύ υψηλές, που να ξεπερνούν το σύνηθες, παρά σπανίως[…]» (κεφ. 44). Με αφορμή ακριβώς αυτό, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, γιατί η Δημοκρατία σήμερα δεν τρέφει μεγάλα πνεύματα, ικανά να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων;

Γιατί η ελευθερία δεν ανδρώνει το φρόνημα των ανθρώπων που επιθυμούν να κρατήσουν τα ηνία της χώρας και να αναλάβουν το χρέος τους μπροστά στην Ιστορία, αλλά αντιθέτως μοιάζει σαν να καλλιεργεί το αίσθημα της υποταγής και της υποδούλωσης στις επιταγές τρίτων και όχι του κυρίαρχου ελληνικού λαού; Γιατί κι από πότε το καλό των πολλών έχει μπει σε δεύτερη μοίρα κι υπερισχύει το συμφέρον των λίγων; Πότε οι Έλληνες αποφάσισαν να σκύψουν σιωπηλά το κεφάλι, πότε ξέχασαν τα λόγια του Ξενοφώντος «οὐδένα γὰρ ἄνθρωπον […] προσκυνεῖτε»; Γιατί δε γεννιούνται μεγάλοι άντρες σήμερα; Μήπως φέρουμε κι εμείς ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης γιατί δεν δίνουμε τις ανάλογες ευκαιρίες;

Δυστυχώς, είναι αποδεδειγμένο πια πως όποιος δε διδάσκεται από την ιστορία του είναι αναγκασμένος να την ξαναζήσει. Επειδή όμως, η ανεπάρκεια ορισμένων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια νέα καταστροφή της χώρας μας, σε οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο, μήπως θα πρέπει πια να χρησιμοποιήσουμε το όπλο που διαθέτουμε ως απλοί μεν αλλά κυρίαρχοι πολίτες, αυτό της ψήφου, με πολύ μεγάλη περίσκεψη την επόμενη φορά που θα βρεθούμε μπροστά στην κάλπη;

Καλό θα ήταν ούτε να μείνουμε αμετακίνητοι σε πεποιθήσεις στείρες, ούτε να «τιμωρήσουμε» κάποιον με την αρνητική μας ψήφο, αλλά να κάνουμε επιτέλους ένα ξεκαθάρισμα και χωρίσουμε την ήρα από το στάρι της πολιτικής. Ίσως αυτό τελικά να αποτελέσει τη μοναδική λύση μα και διέξοδο από τα χρόνια προβλήματα που μαστίζουν και τρώνε τις σάρκες τούτου του τόπου. Και μαζί και την ελπίδα για το αύριο των παιδιών μας.

Αρχική δημοσίευση στη Huffington Post