24 Δεκεμβρίου… χαράματα

 

Μάνα,

 

Έχω χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου πια, πίσω από τα σίδερα όλες οι στιγμές είναι ίδιες. Μόλις μερικές ώρες πριν έμαθα πως σήμερα είναι παραμονή των Χριστουγέννων, άλλωστε εδώ μέσα ούτε στολίδια υπάρχουν ούτε τραγούδια και γιορτές για να το καταλάβω. Μονάχα απελπισία και μια γερή δόση υγρασίας που μού τρυπάει τα κόκκαλα…

Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που με ρίξανε στο σκοτάδι της φυλακής κι αυτό το ρημάδι το κελί είναι μικρό μάνα, πολύ μικρό! Η σιδερένια η πόρτα βαραίνει την ψυχή μου. Κι ο ουρανός μάνα, ο ουρανός πίσω από τα κάγκελα είναι κάθε μέρα μαύρος, κατάμαυρος σαν την καρδιά μου που άρχισε να παγώνει εδώ μέσα. Πονάω, πονάω πολύ, όχι γιατί είμαι άρρωστος αλλά γιατί κάθε μέρα αρρωσταίνω. Με καταλαβαίνεις μάνα; Πες μου, με καταλαβαίνεις;…

Δεν ξέρω αν το διαβάσεις ποτέ τούτο το γράμμα, είμαι σίγουρος πως η λογοκρισία θα το πετάξει στο καλάθι με τα σκουπίδια, όμως θέλω κάπου να μιλήσω, θέλω κάπου να τα πω όλα αυτά που βαραίνουν το μυαλό μου, έστω και σε τούτο το κιτρινισμένο χαρτί που νιώθω πως μου κρατάει συντροφιά. Με ρίξανε στη στενή γιατί δεν έσκυψα το κεφάλι στο σύστημά τους και τώρα χτυπάω το κεφάλι μου στα αδιαπέραστα ντουβάρια που κρατάνε τα όνειρά μου μακριά από μένα. Να ξέρεις μάνα πως ζωή πολύ δεν έχω, δεν το αντέχω όλο τούτο το κακό, ή θα με χαλάσουν αυτοί ή θα χαλάσω εγώ την αφεντιά μου. Οι μέρες δεν περνάνε πια, έχουνε κολλήσει η μια πίσω απ’ την άλλη και σέρνονται αργά στο διάβα του χρόνου, μια μέρα – μια ζωή έχει καταντήσει εδώ μέσα και το αύριο δεν ξημερώνει ποτέ.

Χριστούγεννα αύριο κι εγώ θα ξυπνήσω από τα χαράματα για να με ανακρίνουν, να με δείρουν, να με ξευτελίσουν, …από συνήθεια πια! Έχω αρχίσει να λυπάμαι τους φύλακες που με χτυπάνε, νιώθω τύψεις που ακόμα είμαι ζωντανός και δε με έχουνε φυτέψει καταγής για να μην ασχολούνται μαζί μου. Άλλωστε πια δεν είμαι άνθρωπος, ένα φάντασμα με κόκαλα είμαι που έμαθε να μετρά το χρόνο όχι με το ρολόι και τα λεπτά, αλλά με τις ανάσες που πονάνε για να γεμίσουν τα πνευμόνια μου με αέρα και τους τρεμάμενους χτύπους της πεισματάρας μου καρδιάς που δε λέει να πάψει να χτυπάει. Κι όλα αυτά γιατί ρε μάνα; Γιατί; Επειδή πιστεύω πως ο κόσμος είναι καλύτερος χωρίς αυτούς; Χωρίς τα Αποφασίζουμε και διατάσσουμε…

Δυο πράγματα θέλω να ξέρεις μάνα, τελεύει το χαρτί και δεν μπορώ να γράψω πολλά. Το πρώτο είναι πως δεν έφυγες στιγμή από το μυαλό και την καρδιά μου. Μπορεί να με ανάστησες μέχρι τα εικοσεφτά μου και να με χάσεις για πάντα με τούτους τους μαύρους ανθρώπους που έριξαν βαριά ταφόπλακα πάνω απ’ τη χώρα, αλλά θα ζήσω για πάντα, όσο ζεις εσύ θα ζω κι εγώ. Γι’ αυτό, άμα σου φέρουνε το κορμί μου άδειο από ψυχή σου ζητάω να μην κλάψεις, ούτε ένα δάκρυ να μη χύσεις, δεν είναι πρέπον. Απλώς θα έχω φύγει για έναν καλύτερο τόπο και θα σε περιμένω για να σε κλείσω στην αγκαλιά μου, όπως με έκλεινες κι εσύ σαν ήμουνα μικρός κι ήθελα να νιώσω τη σιγουριά της ανάσας σου. Μην κλάψεις μάνα, να μου το υποσχεθείς…

Και τ’ άλλο που θέλω να σου πω είναι πως θέλω να ξέρεις μάνα, πως όταν πεθάνω, θα φύγω χαμογελαστός. Δε θα τους κάνω τη χάρη να ούτε να δειλιάσω ούτε να φοβηθώ. Ορθός θα φύγω μάνα και με το χαμόγελο φαρδύ πλατύ στο πρόσωπό μου. Να τους δείξω πως ο Κωσταντής σου δεν είναι κανένα παιδαρέλι που σκιάζεται τον ίσκιο του, πως ο Κωσταντής είναι γιος της κυρά Τασίας, της πιο περήφανης μάνας απ’ όλες τις μάνες του κόσμου…

 

Θα σ’ αγαπώ μέχρι την τελευταία μου αδύναμη ανάσα…

Κ.