Άκουσα τη νύχτα να έρχεται και κρύφτηκα μέσα στις σκιές του αμαρτωλού εαυτού μου, περίμενα ανυπόμονα να σβήσει και το τελευταίο φως από τον ορίζοντα για να χαθεί κάθε υποψία από τον άνθρωπο που έχει αρχές, ήθος, θρησκεία και βγήκα στο δρόμο. Η βροχή έπεφτε με ορμή, μανιασμένη κι αυτή σαν τους ανθρώπους που δικάζουν χωρίς να ακούν, προσπαθούσε μάταια να φέρει την κάθαρση στα βρώμικα σοκάκια της πόλης. Τα φανάρια έσπερναν το κόκκινο χρώμα σ’ ολόκληρο το μήκος της λεωφόρου, το πράσινο δεν το κοιτάζει κανείς γιατί πρέπει να προχωρήσει γρήγορα μέχρι το επόμενο κόκκινο. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο με πνίγει. Καπνίζω μόνο το βράδυ, κρατώ τις καλές συνήθειες για τη μέρα. Στρίβω στην Ιπποδρομίου και τρία στενά μετά, στον αριθμό 59 στρίβω και πάλι. Σβήνω τη μηχανή, σβήνω το τσιγάρο, σβήνω και κάθε ίχνος λογικής και κατεβαίνω από το αυτοκίνητο[…]

Από τη συμμετοχή μου στο συλλογικό βιβλίο «Λόγος του ’18»