Διαβάζει κανείς στα γκράφιτι των τοίχων το περίφημο σύνθημα: «Η κοινή γνώμη δεν έχει… γνώμη» κι αναρωτιέται αν είναι αληθινή αυτή η σκέψη ή αν απλώς αποτελεί μια σοφιστεία. Τούτη όμως η δια της συνθηματοποίησης διαπίστωση ίσως να μην απέχει πολύ από την πραγματικότητα ενώ έχει αποτελέσει κατά καιρούς πεδίο έντονων συζητήσεων. Σε κάθε περίπτωση όμως, το οξύμωρο στην υπόθεση αυτή είναι πως τελικά κάτι που δεν μπορεί να αποτιμηθεί και να οριοθετηθεί με απόλυτη ακρίβεια, σαφήνεια κι επάρκεια, εν ολίγοις κάτι σχετικά απροσδιόριστο και το οποίο ο καθένας μπορεί να το μεταφράσει κατά το δοκούν ή/και να το φέρει στα δικά του μέτρα και σταθμά, επηρεάζει τη λήψη σημαντικών αποφάσεων που κρίνουν το μέλλον του τόπου. Κάθε τόπου.

Είναι βεβαίως γεγονός πως όλοι οι πολίτες έχουν ή μπορούν να έχουν γνώμη για κάθε θέμα που τους αφορά και θα πρέπει οι γνώμες αυτές να είναι ισοδύναμες και ισοβαρείς σε μια ευνομούμενη πολιτεία, τουλάχιστον για τα σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Το άθροισμά τους όμως ή ο μέσος όρος, για να χρησιμοποιήσουμε μαθηματικές έννοιες, είναι αυτό που κανείς μπορεί εκλάβει και να προσδιορίσει ως «κοινή γνώμη»; Το ερώτημα αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να απαντηθεί όσο ενδεχομένως φαίνεται, διότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει αναλογιστούμε πως μιλάμε όχι για καταγραφή και διαχείριση απόλυτων αριθμών, όπως για παράδειγμα γίνεται σε μια δημοσκόπηση που αποτυπώνει τάσεις, αλλά για ατομικές σκέψεις και πεποιθήσεις που έχουν χαρακτηριστικά ανθρώπινα κι εγγενώς συναισθηματικά και οι οποίες δε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριστούμε πως μπορούν ποικιλοτρόπως να επηρεαστούν, ίσως δε και να χειραγωγηθούν αν οι συνθήκες το επιτρέπουν, δεν είναι δηλαδή απολύτως σταθερές και δύνανται να αλλάζουν διαρκώς με την πάροδο ακόμα και μικρών χρονικών διαστημάτων.

Δε θα ήταν βεβαίως σκόπιμο να αναφερθούμε στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να τροποποιηθεί (ή να αλλοιωθεί) η γνώμη των πολιτών, είναι λίγο έως πολύ γνωστοί πια, ενδεικτικά ίσως θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε και να επισημάνουμε τις τεχνικές του μάρκετινγκ που έχουν πια διεισδύσει βαθιά μέσα στην πολιτική, αλλά και το προφανέστερο, την ευνοϊκή μεταχείριση προσωπικών υποθέσεων. Θα αποφύγουμε βεβαίως τη χρήση της λέξης «ρουσφέτι» γιατί σε μια Δημοκρατία ακόμα και η αναφορά του όρου είναι προσβλητική για κάθε νοήμονα πολίτη.

Τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα που διαχειρίζονται τις ειδήσεις αλλά και τις πληροφορίες της καθημερινότητας όλων των εκφάνσεων της ανθρώπινης ζωής κάθε κοινωνίας αποτελούν, κατά κοινή ομολογία, έναν από τους ισχυρότερους διαμορφωτές της κοινής γνώμης ή τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβάνεται ο μέσος πολίτης (στο σημείο αυτό θα αποφύγουμε να αναφερθούμε και να εξετάσουμε το υποκειμενικό στοιχείο που ενυπάρχει σε κάθε άρθρο/είδηση και που οφείλεται στις προσωπικές πεποιθήσεις κάθε αρθρογράφου/δημοσιογράφου, διότι αυτό από μόνο του αποτελεί πεδίο μιας εντελώς άλλης συζήτησης).

Είναι όμως, θα αναρωτηθεί κανείς, τα μέσα αυτά και φορείς της κοινής γνώμης ταυτόχρονα; Πέρα δηλαδή από το γεγονός πως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβάλλουν στη διαμόρφωση της λεγόμενης κοινής γνώμης, είναι ταυτόχρονα και μέσα έκφρασής της; Αν, υπεραπλουστεύοντας το σκεπτικό μας, διαβάσουμε με μεγάλα γράμματα: «Ο λαός επιθυμεί κάθαρση», είναι αυτό πράγματι μια αληθινή αποτύπωση της τρέχουσας αντίληψης που έχει σχηματίσει ο λαός για κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα ή είναι μια επίκληση του μέσου στο υποσυνείδητο των πολιτών για να σμιλευτεί μια γνώμη που πριν τη δημοσίευση ίσως δεν υπήρχε;

Η επίκληση της «κοινής γνώμης» από οποιονδήποτε απαιτεί φειδώ μα κι εξαιρετική συναίσθηση της ευθύνης μιας τέτοιας ενέργειας.

Στο σημείο αυτό, θεωρούμε πως κάθε σκεπτόμενο μέλος της κοινωνίας θα πρέπει να δώσει την αρμόζουσα προσοχή και να συνειδητοποιήσει πως φορέας αυτού που αποκαλούμε «κοινή γνώμη» δεν μπορεί να είναι άλλος παρά ο ίδιος του ο εαυτός και όχι κάποιος τρίτος. Εκτός βεβαίως από τα μέσα ενημέρωσης, έχουμε και τους πολιτικούς που συχνά ενεργούν ως φορείς της κοινής γνώμης. Πόσο συχνά άλλωστε δεν ακούμε να λένε: «Ο λαός είναι μαζί μας» ή «Η κοινή γνώμη είναι με το μέρος μας»; Πόσο αληθινή μπορεί να είναι μια τέτοια δήλωση, από τη στιγμή που σε μια δημοκρατία κανείς δεν μπορεί να τεκμαίρεται περί της λαϊκής βούλησης παρά μόνο ο ίδιος ο λαός; Μπορεί μια τέτοια εκπεφρασμένη πεποίθηση από τα χείλη ενός πολιτικού να έχει βάση ή μήπως είναι ακόμα ένα εργαλείο επιβολής μιας ψευδαίσθησης ενός τεχνηέντως κατασκευασμένου «μέσου όρου» γνωμών που θα χρησιμοποιηθούν τελικά ως άλλοθι ή εργαλείο επιβολής πολιτικής;

Δε θα απέχουμε ίσως πολύ από την αλήθεια αν θεωρήσουμε πως η συνάθροιση γνωμών, έστω και σε επιστημονικό/στατιστικό επίπεδο, δε μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως «κοινή γνώμη». Διότι είναι κατά τη γνώμη μας τεχνικώς αδύνατον να μπορέσουν να συνεκτιμηθούν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις σκέψεις των πολιτών ανά πάσα στιγμή στο χρόνο, ενώ συνάμα κανένα ανθρώπινο συναίσθημα δε θα μπορούσε ποτέ να καταγραφεί ως τάση, ποσοστό, αριθμός κλπ. Η αληθινή δημοκρατία όμως, ακόμα και η σημερινή αντιπροσωπευτική, οφείλει να έχει τα αισθητήριά της διαρκώς σε επιφυλακή και να αφουγκράζεται αυτό που δεν μπορεί να μετρηθεί. Το πώς όμως μπορεί να γίνει αυτό, είναι κάτι το οποίο ουδείς μάλλον μπορεί να το αναλύσει, να το περιγράψει και να το οριοθετήσει με απόλυτη σαφήνεια, είναι ίσως εκείνο το κρυφό ταλέντο που στην ιστορία έχει αναδείξει μεγάλους πολιτικούς.

Ποιος, άλλωστε, μπορεί να μετρήσει τον άνθρωπο; Να τον μετρήσει ως συναισθηματική ατομική οντότητα και στη συνέχεια να συναθροίσει τα αποτελέσματα της μέτρησης του συνόλου των ατομικοτήτων μιας κοινωνίας και να τα μετατρέψει σε απόλυτους αριθμούς, μέσους όρους και τάσεις; Και ποιος μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα αν οι μετρήσεις των πεποιθήσεων του χτες θα συμφωνούν με αυτές του σήμερα ή του αύριο; Άλλωστε εμείς οι άνθρωποι, οι πολίτες κάθε τόπου, είμαστε όντα ευμετάβλητα, όπως πολύ εύστοχα έχει πει η συγγραφέας Αικατερίνη Τεμπέλη λέγοντας πως «…είμαστε κάποιες φορές ένα δημόσιο χαμόγελο και μια ιδιωτική κραυγή, ταυτόχρονα!».

Η επίκληση της «κοινής γνώμης» από οποιονδήποτε απαιτεί φειδώ μα κι εξαιρετική συναίσθηση της ευθύνης μιας τέτοιας ενέργειας. Έχουμε άραγε την ωριμότητα να το αναγνωρίσουμε αυτό; Αυτή ίσως είναι και μια από τις παγίδες από τις οποίες η σύγχρονη Δημοκρατία κινδυνεύει.

Αρχική δημοσίευση στη Huffington Post