Ήταν Μάης μήνας όταν σε γνώρισα, μια μέρα σαν κι ετούτη. Μάης κι όταν έφυγες από κοντά μου και πήγες να ομορφύνεις τ’ αστέρια στο μαύρο τ’ ουρανού. Κι όλο το ενδιάμεσο μια ζωή στα σύννεφα! Πριν –αθώα η ψυχή μου- δεν ήξερα τι είναι η ζωή, τώρα –δάγκωσα λίγο απ’ το μήλο του Αδάμ- ξέρω πως δε ζω. Τι κι αν ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή, στα μάτια σου ποτέ πια δε θα λάμψει. Κι εγώ θα αναζητώ σε τούτο το λουλούδι λίγο απ’ το άρωμά σου, εκείνο που με μεθούσε σαν σε αγκάλιαζα. Χανόμουν στις εσχατιές της λογικής, στο μυστικό το πέταγμα της ηδονής. Ιερή αποκαθήλωση του Εγώ. Τώρα θα περπατώ μονάχος στο χειμώνα μέσα μου μέχρι να νυχτώσει. Μέχρι να γίνει το τελευταίο δευτερόλεπτο ζωής μια ξεθωριασμένη ανάμνηση και να ’ρχεται ξοπίσω μου να με κυνηγάει. Κι όσο με σιμώνει τόσο θ’ αλαργεύω στου κόσμου τη μεγαλύτερη την ανηφόρα ώσπου ν’ αγγίξω του ορίζοντα το πιο κρυφό σημείο. Κι ύστερα θ’ αφουγκραστώ το λαμπερότερο αστέρι για να μάθω όχι του κόσμου τα μελλούμενα μα της δικής σου της καρδιάς την άκρη. Να τρέξω να τη βρω, ν’ αφήσω πάνω της το δάκρυ της δικής μου. Το πρώτο μα και το στερνό!