Θα ήταν στα μέσα του Ιούλη όταν ο Αριστείδης συνειδητοποίησε πως η κούραση τον είχε καταβάλει κι έπρεπε επειγόντως να ξεκουραστεί. Κοίταξε το γραφείο του, βγαλμένο λες από ταινία επιστημονικής φαντασίας, γεμάτο οθόνες υπολογιστών που πρόβαλαν διαρκώς τις τιμές των μετοχών σε πραγματικό χρόνο κι ένιωσε αδύναμος, πιο αδύναμος κι από το βρέφος που πασχίζει με τα δαχτυλάκια του να κρατηθεί όπως όπως στη μητρική αγκαλιά. Ο παγωμένος καφές δρόσισε προσωρινά τα μέσα του στην πρώτη ρουφηξιά αλλά αμέσως διαπίστωσε πως η δροσιά που αναζητούσε ήταν αλλιώτικη, ήταν από εκείνες που θέλει να νιώσει ολόκληρο το κορμί μα κυρίως το μυαλό! Σηκώθηκε και πήγε στο τεράστιο παράθυρο πίσω από την καρέκλα του, η θέα της πολύβουης πόλης που στέναζε στον καύσωνα τον έκανε να ιδρώσει παρά τον κλιματισμό που διατηρούσε το γραφείο του χειμώνα καλοκαίρι στους 20 βαθμούς ακριβώς!

Η επόμενη μέρα τον βρήκε πάνω στο πλοίο για τη Σαντορίνη, δεν άργησε πολύ να το πάρει απόφαση. Οι συνεπιβάτες του στο όνειρο των καλοκαιρινών διακοπών τριγύριζαν ασταμάτητα ολόγυρά του, η έξαψη της απόδρασης και η μαγεία του προορισμού τους γέμιζαν υπερένταση. Εκείνος ατάραχος παρακολουθούσε χωρίς να αντιδρά, ούτε καν όταν η νεαρή γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα τον κοίταξε στα μάτια. Απλώς γύρισε το βλέμμα του αδιάφορα κι έβγαλε από το σακίδιό του το τάμπλετ κι επικεντρώθηκε σ’ αυτό για το υπόλοιπο ταξίδι. Μπορεί να έφευγε από την Αθήνα αλλά δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τις τρέχουσες συναλλαγές του χρηματιστηρίου και την επικαιρότητα. Όλος του ο κόσμος πια ήταν συμπυκνωμένος μέσα σε μια οθόνη λίγων ιντσών και στο ατελείωτο γαλάζιο του Αιγαίου πελάγους, μια υγρή Σειρήνα που μάτια προσπαθούσε να τον πλανέψει. Η κυρία με το κόκκινο φόρεμα εξακολουθούσε να τον κοιτάζει…

Όταν το πλοίο έδεσε στο λιμάνι κατέβηκε με τις λιγοστές αποσκευές του κι αναζήτησε τη διαδρομή προς το κατάλυμά του κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά σε μια προσπάθεια να προσανατολιστεί. Το βλέμμα του έπεσε στη γυναίκα με τα κόκκινα, η αλήθεια είναι πως τότε την πρόσεξε καλά για πρώτη φορά. Συνειδητοποίησε πως είχε όλα εκείνα τα προσόντα που θα ήθελε ένας άντρας στην ηλικία του προκειμένου να προχωρήσει σε μια σχέση. Εντυπωσιακό κορμί, μακριά μαύρα μαλλιά κι ένα πρόσωπο σχεδόν αγγελικό. Έκανε να την πλησιάσει αλλά το τηλέφωνό του τον σταμάτησε, ήταν από το γραφείο. Σε λίγο είχε τελειώσει την κουβέντα με τους συνεργάτες του, η κοπέλα με τα κόκκινα όμως είχε εξαφανιστεί. Όσο κι αν έψαξε με το βλέμμα του τριγύρω δεν μπόρεσε να την εντοπίσει.

Οι διακοπές του στοιχειώθηκαν από εκείνο το κόκκινο φόρεμα που δεν κατάφερε να ξαναβρεί. Στοιχειώθηκε ολόκληρη η ζωή του, ακόμα κι όταν επέστρεψε στη δουλειά μέσα στο μυαλό του η φιγούρα εκείνης της γυναίκας τριγύριζε χωρίς να τον αφήσει να ησυχάσει. Είχε την ευκαιρία να τη γνωρίσει αλλά την έχασε. Τώρα πια, με το χιονιά και τη βροχή που βλέπει να πέφτει έξω από το παράθυρό του, κατάλαβε πως οι εποχές αλλάζουν για να μπορεί ο άνθρωπος να ονειρεύεται. Μόνο που στα όνειρα χωράνε μόνο άνθρωποι και στιγμές, οι πολλές οθόνες του γραφείου όχι…