Εξήντα λεπτά.

«Λοιπόν…, έχουμε και λέμε… Αθανάσιος Παπανικολάου, ετών 99, Κωνσταντίνα η σύζυγος, τρία παιδιά, οχτώ εγγόνια…» «Όπα, Όπα. Για σιγά γιατί σαν πολλά μας τα λες.» «Ορίστε;» «Ποιος είσαι εσύ που ξέρεις τόσα πολλά για μένα και που στο καλό είμαστε;» «Κύριε Παπανικολάου μπορείτε να με φωνάζετε με όποιο όνομα θέλετε…» «Τι λες μωρέ, δεν έχεις […]

Κώστας Θερμογιάννης

14.11.2012

«Λοιπόν…, έχουμε και λέμε… Αθανάσιος Παπανικολάου, ετών 99, Κωνσταντίνα η σύζυγος, τρία παιδιά, οχτώ εγγόνια…»

«Όπα, Όπα. Για σιγά γιατί σαν πολλά μας τα λες.»

«Ορίστε;»

«Ποιος είσαι εσύ που ξέρεις τόσα πολλά για μένα και που στο καλό είμαστε;»

«Κύριε Παπανικολάου μπορείτε να με φωνάζετε με όποιο όνομα θέλετε…»

«Τι λες μωρέ, δεν έχεις όνομα;»

«Μα σας είπα, μπορείτε να με φωνάζετε με οποιοδήποτε όνομα θέλετε.»

«Όποιο θέλω;»

«Όποιο θέλετε.»

«Καλά, θα σε φωνάζω… Μανώλη.»

«Μανώλη;»

«Ναι, Μανώλη, γιατί δε σου κάνει; Για Μανώλης μου κάνεις! Μήπως θες να σε λέω Βρασίδα;»

«Όχι, εντάξει, το Μανώλης είναι μια χαρά.»

«Ωραία, και τώρα που βρήκαμε πως σε λένε για πες μου βρε Μανώλη, που στο διάτανο είμαστε;»

«Σας παρακαλώ προσέξτε τις εκφράσεις σας κύριε Παπανικολάου.»

«Μπα, είσαι κι ευέξαπτος βλέπω, πρέπει να σε προσέχω μη μου ανεβάσεις καμιά πίεση και δεν έχω τι να σε κάνω μετά. Αλλά για πες μου λοιπόν, που είμαστε γιατί ούτε παράθυρα έχει το γραφείο σου για να δω έξω ούτε που θυμάμαι πως έφτασα εδώ. Είναι κι αυτή η ασπρίλα… δεν μπορείς να βάψεις τους τοίχους με κανένα χρωματάκι της προκοπής, να ανοίξει το μάτι μας βρε αδερφέ…»

«Κύριε Παπανικολάου, όσο κι αν αυτό σας φαίνεται παράξενο, είμαστε στην άλλη ζωή…»

«Όπα, Μανώλη, όπα. Ποια άλλη ζωή μου τσαμπουνάς;»

«Ξέρετε κύριε Παπανικολάου, έχετε πεθάνει.»

«Καλά, αυτό για νέο μου το λές; Ενενήντα εννιά χρονών ήμουνα, πόσο να ζήσω ακόμα;»

«Είδατε που σας το είπα;»

«Μωρέ καλά έκανα και πέθανα, αλλά ζήτησα εγώ να έρθω εδώ;»

«Όχι, δε ζητήσατε, όλοι όμως έρχονται εδώ.»

«Γιατί;»

«Για να κάνουμε μια ανασκόπηση της ζωής του καθενός και μετά να αποφασίσουμε για τα περαιτέρω.»

«Έχει και περαιτέρω;»

«Έχει.»

«Καλέ μου άνθρωπε, άνθρωπε που λέει ο λόγος δηλαδή γιατί περισσότερο με καλικάντζαρος μοιάζεις..»

«Σας παρακαλώ…»

«Καλά, καλά, πάντως για χαρτογιακάς καλά κρατιέσαι, εγώ δε ζήτησα ούτε περαιτέρω ούτε τίποτα άλλο. Θέλω να με αφήσετε στην ησυχία μου, να πεθάνω με την ησυχία μου βρε άνθρωπε, έχω χορτάσει σκοτούρες, δε θέλω άλλες. Από που μπορώ να φύγω να πάω να πεθάνω με την ησυχία μου;»

«Δυστυχώς δεν μπορείτε.»

«Και τι πρέπει να γίνει τώρα δηλαδή; Να τσακωθούμε;»

«Όχι βέβαια. Απλώς θα γυρίσουμε τη ζωή σας προς τα πίσω και θα δούμε τι καλά και τι άσχημα πράγματα έχετε κάνει. Μετά θα βγει το πόρισμα.»

«Α… δε βλέπω να τα πηγαίνουμε καλά Μανώλη… Βρασίδα έπρεπε να σε βαφτίσω, χα, χα, χα…»

«Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ. Ησυχάστε για να αρχίσουμε. Αυτό το βιβλίο που βλέπετε εδώ έχει μέσα του όλη τη ζωή σας. Πίσω μου, σ’ αυτή την οθόνη θα βλέπετε όλα όσα γράφει το βιβλίο. Το καταλάβατε;»

«Δεν κατάλαβα τίποτα, αλλά δε μου λες, στην οθόνη θα φαίνονται και πονηρά πράγματα; Κοίτα με βρε Μανώλη, σου κλείνω το μάτι με νόημα κι εσύ κοιτάς τα χαρτιά σου…»

«Δεν ξέρω τι θα φανεί, κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία.»

«Καλά, αλλά άμα δεν έχει πονηρά δείξε μου βρε παιδί μου τα βουνά που έζησα, εκεί που έβοσκα τα κοπάδια μου όταν ήμουν νέο παιδί, τα νοστάλγησα…»

«Εντάξει, σας παρακαλώ όμως να αρχίσουμε.»

«Άντε να αρχίσουμε.»

«Ωραία, θέλετε να ξεκινήσουμε από κάπου συγκεκριμένα;»

«…μμμ… Μπορούμε να δούμε τότε που μου είχε χαρίσει τη φλογέρα ο μπάρμπα Μήτσος ο Ξεφλούδας;»

«Ξεφλούδας;»

«Ναι μωρέ έτσι τον φωνάζαμε, Ξεφλούδα, γιατί παραξενεύεσαι;»

«Όχι, δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από τη στιγμή εκείνη, μάλλον δεν έχετε καταλάβει οπότε να σας το εξηγήσω. Εδώ θα πρέπει να δούμε ποιες καλές πράξεις έχετε κάνει και ποιες κακές. Μετά θα τις βάλουμε στο ζυγό για να δούμε τι αποτέλεσμα θα βγει.»

«Άκου Μανώλη, εγώ μονάχα μια κακή πράξη έχω κάνει και το έχω μετανιώσει πικρά. Κάποτε, ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια πριν, θα ήμουν δεκαπέντε μπορεί και δεκάξι χρονών, ήθελα να πάω στη βρύση να κρυφτώ για να κοιτάω τα κορίτσια με τις στάμνες. Σήκωναν οι άτιμες τις φούστες κι έβρεχαν τα πόδια τους κι εμένα μου άρεσε να τις βλέπω. Ήταν όλες όμορφες αλλά εκείνη η Μαριώ όμως ξεχώριζε… Σαν το κρύο το νερό της βρύσης ήτανε δροσερή, να την πιεις στο ποτήρι Μανώλη, τ’ ακούς, να την πιεις στο ποτήρι…»

«Δηλαδή παραδέχεστε πως κρυφοκοιτούσατε…»

«Όχι βρε αδερφέ, άσε με να ολοκληρώσω. Κοιτούσα, βέβαια κοιτούσα γιατί να μην κοιτάξω; Της φύσης πράμα είναι να κοιτάς αλλιώς δε θα είχαμε μάτια. Τι τα ‘χεις τα μάτια, μόνο για να διαβάζεις τα χαρτιά σου; Πρέπει να κοιτάς και καμιά λυγερή που και που Μανώλη!»

«Στο θέμα παρακαλώ.»

«Ναι, ναι, στο θέμα. Το θέμα λοιπόν είναι πως ένα πρωινό η Νίτσα δεν καθόταν καλά…»

«Ποια είναι η Νίτσα;»

«Α, η Νίτσα ήταν μια κατσίκα που μου έκανε όλο νάζια. Αλανιάρα δηλαδή, δεν μπορούσα να την κάνω καλά με τίποτα.»

«Και λοιπόν;»

«Τι λοιπόν. Έπρεπε να καθίσει να την αρμέξω κι εκείνη δεν καθόταν. Της έριξα μια στο κεφάλι με τη γκλίτσα μπας και ησυχάσει για να τελειώσω τη δουλειά και να πάω στην πηγή αλλά η καημένη πόνεσε πολύ και σωριάστηκε καταγής. Το λυπήθηκε η ψυχή μου Μανώλη το καημένο το ζωντανό, σου λέω άνοιξε η καρδιά μου στα δυο.»

«Κύριε Παπανικολάου, σας παρακαλώ να σοβαρευτείτε, η κατάσταση δεν είναι αστεία. Πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε κι εσείς δε φαίνεται να το έχετε πάρει σοβαρά.»

«Σοβαρότατα το έχω πάρει. Εγώ άλλο πράμα ζωντανό δεν έχω βλάψει σ’ όλη μου τη ζωή παρά μονάχα τη Νίτσα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι στεναχώρια τράβηξα όταν τη σφάξαμε. Δυο μερόνυχτα έκλαιγα για κείνη! Μου έκανε η ρημαδιασμένη τη ζωή ποδήλατο αλλά την αγαπούσα.»

«Καλά, καλά. Ας μιλήσουμε για τα πιο ελαφρά πρώτα, ας πούμε για την περίπτωση της κυρίας Αθανασίου.»

«Ποιανής;»

«Της κυρίας Αθανασίου. Τότε που είχατε μπει στο μαγαζί της και κλέψατε δεκαέξι καραμέλες.»

«Δεκάξι καραμέλες; Δεν το θυμάμαι…»

«Ναι, ναι κι όμως, εσείς και δυο άλλα παιδιά που φυλούσαν τσίλιες έξω από το μαγαζί κλέψατε δεκαέξι καραμέλες.»

«Α, τώρα κατάλαβα. Τη Θανάσαινας λες που ‘χε το μαγαζί στην πλατεία. Σιγά το πράμα. Ήμασταν νηστικοί, απ’ το πρωί τρέχαμε όλη μέρα πίσω από τα ζωντανά. Κι αντί να γυρίσουμε πίσω στην ώρα μας εκείνη τη μέρα φύγαμε νωρίτερα, θέλαμε να περάσουμε από την πλατεία να δούμε κανένα κορίτσι, αλλά για κακή μας τύχη δεν ήταν καμιά εκεί. Η πείνα μας θόλωσε το μυαλό κι έπρεπε να φάμε κάτι, στο σπίτι δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε γιατί ήταν νωρίς και θα μας έδερναν που αφήσαμε τα ζωντανά κι έτσι πήγαμε στο μαγαζί. Λεφτά δεν είχαμε, η Θανάσαινα ήταν από πίσω ξεβούλωνε τον αστρέχα1 κι έτσι αποφασίσαμε να μπούμε και να φάμε ότι βρούμε. Μπήκα μέσα και είδα ένα καρβέλι ψωμί πάνω στον πάγκο. Είπα να το πάρω, είπα να μην το πάρω… Τελικά δεν το πήρα γιατί η κακομοίρα η Θανάσαινα δε θα είχε να σερβίρει τους πελάτες της κι έτσι έβαλα το χέρι στο κουτί με τις καραμέλες. Μωρέ δεκάξι ήτανε;»

«Ακριβώς, ήτανε δεκαέξι.»

«Γι’ αυτό ήρθανε μια χαρά στο μοίρασμα…»

«Πως ήρθανε μια χαρά, αφού πρέπει να πήρατε από πέντε οι τρεις σας και θα περίσσεψε και μια.»

«Μπα, δεν περίσσεψε καμία, την κατέβασα πριν βγω από το μαγαζί!»

«Ωραία λοιπόν, αφού παραδέχεστε πως κλέψατε, έχετε ένα βαθμό ποινής, μπορείτε να τον δείτε και στον πίνακα εδώ δεξιά.»

«Μπα που να μη σώσεις, που ήταν αυτός ο πίνακας τόση ώρα και δεν τον είχα πάρει χαμπάρι; Με λαχτάρισες πεθαμένο άνθρωπο…»

«Έχετε ένα βαθμό ποινής. Συνεχίζουμε…»

«Όχι, δε συνεχίζουμε.»

«Τι εννοείτε;»

«Εννοώ βρε λεβέντη μου, βρε Μανώλη μου, πως άμα σε έχει κόψει στα δυο η πείνα δε λογαριάζεις τίποτα μέχρι να γεμίσει το στομάχι σου. Δε μου λες, εσύ στη θέση μου δε θα τις έπαιρνες τις καραμέλες;»

«Δεν είμαστε εδώ για να κριθώ εγώ αλλά εσείς.»

«Ναι, αλλά άμα πεινούσες θα τις έπαιρνες τις καραμέλες, έτσι δεν είναι;»

«Σας το ξαναείπα, δεν κρίνομαι εγώ αλλά εσείς. Συνεχίζουμε.»

«Καλά, αλλά πριν συνεχίσουμε μπορώ να ρωτήσω κάτι;»

«Βεβαίως.»

«Αν έπαιρνα το καρβέλι με το ψωμί, πόση ποινή θα είχα;»

«Είναι ερώτηση αυτή;»

«Βέβαια και είναι ερώτηση.»

«Δεν μπορώ να σας απαντήσω.»

«Ούτε στο περίπου;»

«Ούτε στο περίπου.»

«Δηλαδή δεν έχει τύχει κάποιος να έχει κλέψει ένα ψωμί και να του βάλεις ποινή;»

«Έχει τύχει»

«Τα βλέπεις που σου τα ‘λεγα; Πόση ποινή λοιπόν του έβαλες;»

«Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα κύριε Παπανικολάου, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.»

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή από τις συνθήκες, τις συγκυρίες και το σκεπτικό πίσω από κάθε κακή πράξη. Αλλά δεν είμαι υποχρεωμένος να σας εξηγήσω.»

«Τόσο δύσκολο είναι;»

«Σας απάντησα ήδη. Θα συνεχίσουμε με τα πιο σοβαρά και μετά θα περάσουμε στις καλές πράξεις που έχετε κάνει. Αλλά μιας κι αναφέρθηκα στις καλές πράξεις θα ήθελα να σας κάνω γνωστό…»

«Α, οι καλές πράξεις…»

«Μη με διακόπτετε σας παρακαλώ…»

«Όχι, θα σε διακόψω. Τις καλές πράξεις τις έκανα γιατί ήθελα να τις κάνω και δε ζητάω καμία ανταμοιβή γι’ αυτό. Οπότε μην τις αναφέρεις καθόλου, άλλωστε δεν πρέπει να είναι και πολλές.»

«Κάνετε λάθος, είναι αρκετές. Και πρέπει να τις αναφέρουμε για να δούμε στο τέλος ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό.»

«Αρνητικό ας είναι, σου είπα πως ότι καλό έχω κάνει το έκανα επειδή ήθελα να το κάνω και δε ζητώ τίποτα από αυτό.»

«Μα πως; Θέλετε να λάβουμε υπόψη μας μόνο την αρνητική σας βαθμολογία; Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Έχετε συνείδηση του τι ζητάτε;»

«Μωρέ εγώ ξέρω τι ζητάω, εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Δώσε μου λίγο τα χαρτιά σου Μανώλη να ρίξω μια ματιά»

«Αυτό αποκλείεται.»

«Γιατί;»

«Γιατί έτσι είναι ο κανονισμός.»

«Να τον βράσω τον κανονισμό σου. Δώσε μου μόνο τα χαρτιά με τις καλές πράξεις.»

«Γιατί; Τι τα θέλετε;»

«Για να τα σκίσω. Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό.»

«Σας είπα δε γίνεται. Αφήστε όμως να σας πω κάτι που δεν ξέρετε και να σας δώσω και κάποια από τα χαρτιά μου.»

«Για πες μου, είμαι όλος αυτιά, μου κίνησες την περιέργεια τώρα.»

«Λοιπόν, πριν περάσουμε στις καλές πράξεις…»

«Άντε πάλι με τις καλές πράξεις…»

«Πριν περάσουμε στις καλές πράξεις… έχετε τη δυνατότητα να ζήσετε ξανά για εξήντα λεπτά. Να περάσετε μια ολόκληρη ώρα μαζί με τους ανθρώπους που αγαπάτε. Σε τούτα εδώ τα χαρτιά είναι καταχωρημένες οι πιο ευτυχισμένες και πιο χαρούμενες στιγμές της ζωής σας. Μπορείτε να διαλέξετε όποια θέλετε και να την ξαναζήσετε για εξήντα λεπτά. Μετά, όταν επιστρέψετε, θα έχει βγει το αποτέλεσμα και θα ξέρουμε ποιος θα είναι ο δρόμος που θα πάρετε από εδώ κι εμπρός.»

«Α, Μανώλη μου εδώ θα τα χαλάσουμε.»

«Γιατί;»

«Γιατί δε θέλω να ζήσω ξανά καμιά χαρούμενη στιγμή.»

«Μα πως είναι δυνατόν; Έχετε μια μοναδική ευκαιρία και θα την αφήσετε να πάει χαμένη; Κανείς μα κανείς δεν το έχει κάνει αυτό»

«Σιγά να μην την αφήσω να πάει χαμένη.»

«Αλλά;»

«Αλλά θέλω να ζήσω τη χειρότερη στιγμή της ζωής μου.»

«Μα είστε στα καλά σας;»

«Αν ήμουν στα καλά μου δε θα ήμουν εδώ μαζί σου Μανώλη.»

«Και γιατί θέλετε να ζήσετε τη χειρότερη στιγμή της ζωής σας;»

«Γιατί δεν ξέρω τι με περιμένει από εδώ κι εμπρός μ’ εσένα που έχω μπλέξει, οπότε οτιδήποτε γίνει θα είναι σίγουρα καλύτερο από τη χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Κι έτσι θα είμαι χαρούμενος από εδώ κι εμπρός.»

«Μα… δε γίνεται αυτό που ζητάτε.»

«Γιατί;»

«Γιατί το σύστημα δε δουλεύει έτσι.»

«Και πως δουλεύει δηλαδή ρε Μανώλη;»

«Εδώ και χιλιάδες χρόνια όλοι ζητούν να ζήσουν την πιο ευτυχισμένη τους στιγμή κι έτσι το σύστημα μας βγάζει μόνο αυτές τις στιγμές, τις άσχημες δεν τις βγάζει.»

«Κι εμένα τι με νοιάζει;»

«Μα δεν μπορώ να βρω πια ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής σας, δεν το καταλαβαίνετε;»

«Α, μην αγχώνεσαι, έχω όλο το χρόνο του κόσμου μπροστά μου. Περιμένω όσο θες.»

«Μα δε μπορεί να γίνει αυτό, υπάρχουν χρονικά περιθώρια.»

«Πω, πω, εσείς εδώ πέρα είστε χειρότεροι γραφειοκράτες από ότι στην πραγματική ζωή. Θέλω να δω τον προϊστάμενό σου.»

«Ποιόν;»

«Τον προϊστάμενό σου βρε παιδί μου.»

«Εδώ δεν υπάρχουν προϊστάμενοι.»

«Μπα; Και ποιος κάνει κουμάντο;»

«Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη δουλειά του.»

«Ναι, αλλά τώρα προέκυψε πρόβλημα, ποιος θα μας το λύσει;»

«Δεν προέκυψε τίποτα, θα διαλέξετε μια ευτυχισμένη στιγμή και θα τη ζήσετε».

«Πω, πω, ρε Μανώλη, είσαι κεφάλας μου φαίνεται. Αφού σου είπα, δε θέλω ευτυχισμένη στιγμή, τη χειρότερη θέλω.»

«Τη χειρότερη δεν τη βγάζει στο σύστημα!»

«Σκασίλα μου.»

«Ορίστε;»

«Σκασίλα μου. Εγώ θέλω τη χειρότερη.»

«Μα τη χειρότερη δεν τη βγάζει το σύστημα σας είπα.»

«Ε, τότε να αλλάξεις το σύστημα.»

«Αυτό δε γίνεται.»

«Μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται!»

«Ορίστε;»

«Όλο ορίστε και ορίστε λες. Εγώ θέλω τη χειρότερη στιγμή να ξαναζήσω, τελεία και παύλα.»

«Η χειρότερη στιγμή της ζωής σας δεν ξέρω ούτε μπορώ να βρω ποια ήταν. Οπότε μένουν ΟΙ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΘΑ ΞΑΝΑΖΗΣΕΤΕ.»

«Μπα, άρχισες τώρα τις φωνές. Για κάτσε καλά γιατί μπορώ κι εγώ να φωνάξω,  εντάξει;»

«…»

«Μουγκάθηκες Μανωλάκη;»

«Δε μουγκάθηκα, απλώς προσπαθώ να συγκεντρωθώ, με έχεις βγάλει εκτός εαυτού.»

«Εσύ με έχεις βγάλει εκτός κορμιού αλλά δεν παραπονιέμαι!»

«Σας παρακαλώ…»

«Εγώ σε παρακαλώ.»

«Για ποιο πράγμα;»

«Που να ξέρω; Γι’ αυτό που με παρακάλεσες κι εσύ. Αλήθεια, για ποιο πράγμα με παρακάλεσες;»

«Δε σας παρακάλεσα για τίποτα.»

«Πως δε με παρακάλεσες, αφού είπες ‘σας παρακαλώ’.»

«Τρόπος του λέγειν.»

«Μπα, έχετε και τέτοιους τρόπους εδώ πέρα; Τότε λοιπόν κι εγώ θα τα βροντήξω όλα και θα φύγω.»

«Μα τι λέτε, καθίστε κάτω σας παρακαλώ.»

«Καλά μην εξάπτεσαι, τρόπος του λέγειν ήταν…»

«Η ώρα περνάει κι ακόμα δεν έχουμε περάσει στις καλές πράξεις.  Θα το συζητήσουμε μετά για την πιο ευτυχισμένη στιγμή.»

«Μπα, εγώ λέω να το συζητήσουμε τώρα για την πιο δυστυχισμένη στιγμή.»

«Δυστυχισμένη στιγμή δεν πρόκειται να ξαναζήσετε.»

«Ούτε ευτυχισμένη»

«Μην επιμένετε»

«Επιμένω και θέλω τον υπεύθυνο που κάνει κουμάντο εδώ πέρα.»

«Ο υπεύθυνος είμαι εγώ»

«Κι εγώ τι είμαι;»

«Εσείς είστε ο ελεγχόμενος.»

«Δηλαδή δεν είμαι υπεύθυνος;»

«Όχι.»

«Τότε γιατί ζητάς και τα ρέστα από κάποιον που δεν είναι υπεύθυνος;»

«Εδώ δεν είστε υπεύθυνος, όταν ζούσατε ήσασταν.»

«Άρα τότε ήμουν υπεύθυνος και τώρα δεν είμαι; Πολύ εύκολα μας ανεβοκατεβάζετε…»

«Υπεύθυνος για τις πράξεις σας εννοώ.»

«Ενώ τώρα δεν είμαι;»

«Τώρα όχι, δε ζείτε πια.»

«Άρα άμα σηκωθώ και φύγω από αυτό το τραπέζι δε θα έχω καμία ευθύνη.»

«Βεβαίως και θα έχετε.»

«Άρα είμαι υπεύθυνος!»

«Κύριε Παπανικολάου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ.»

«Πάλι με παρακαλάτε; Για ποιο λόγο αυτή τη φορά;»

«Σας παρακαλώ σταματήστε για να μπορέσουμε να βγάλουμε μια άκρη επιτέλους.»

«Τι άκρη;»

«Άκρη.»

«Καλά λοιπόν, ας βγάλουμε μια άκρη γιατί είμαι περίεργος να δω ποια θα είναι αυτή η άκρη.»

«Ωραία λοιπόν. Ακούστε με προσεκτικά. Τώρα θα δούμε τις κακές πράξεις, μετά τις καλές και μετά θα διαλέξετε μια στιγμή από τη ζωή σας για να την ζήσετε ξανά, θα είναι η τελευταία ευκαιρία που έχετε να βρεθείτε κοντά στους αγαπημένους σας. Στη συνέχεια θα έρθετε πάλι εδώ στο γραφείο μου και θα σας ανακοινώσω τη βαθμολογία. Αναλόγως με το αν είναι θετική ή αρνητική θα ανοίξει μια από τις δυο πόρτες που βρίσκονται ακριβώς έξω από το γραφείο και θα ακολουθήσετε την ανάλογη πορεία. Το καταλάβατε;»

«Κι άμα θέλω να κάνω ένσταση επί του αποτελέσματος;»

«Ενστάσεις δε γίνονται.»

«Γιατί;»

«Γιατί τα αποτελέσματα εδώ δεν επιδέχονται καμίας αμφισβητήσεως.»

«Και ποιος το λέει αυτό;»

«Εγώ.»

«Κι εσύ ποιος είσαι;»

«Εγώ είμαι εκείνος που θα σε κρίνει.»

«Και που ξέρω εγώ ότι δεν έχεις προηγούμενα μαζί μου και με κρίνεις προκατειλημμένα;»

«Δε γίνονται αυτά τα πράγματα εδώ.»

«Αυτό το λες εσύ, εγώ θέλω να εξασφαλίσω τα συμφέροντά μου. Φέρε μου χαρτί που να λέει πως τα πράγματα είναι έτσι όπως τα λες αλλιώς θα κάνω ένσταση.»

«Μα σας είπα δεν μπορείτε να κάνετε ένσταση.»

«Θα κάνω κι ένσταση και προσφυγή και ότι άλλο θελήσω. Δε θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω.»

«Θα κάνετε αυτό που σας λέω εγώ.»

«Όχι θα κάνω αυτό που θέλω εγώ.»

«Θα κάνετε αυτό που σας λέω.»

«Θα κάνω αυτό που θέλω.»

«Κύριε Παπανικολάου με έχετε φτάσει στα όριά μου.»

«Α…, τώρα κατάλαβα…»

«Επιτέλους καταλάβατε. Αλλά γιατί μου κλείνετε το μάτι;»

«Έλα που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις…»

«Τι να καταλάβω δηλαδή;»

«Εντάξει, εντάξει, το κατάλαβα πως το κατάλαβες αλλά πρέπει να δείχνεις πως δεν το έχεις καταλάβει… για ευνόητους λόγους.»

«Πάλι δεν καταλαβαίνω.»

«Λέγε, πόσα;»

«Πόσα;»

«Πόσα ρε Μανώλη, πόσα θες για την περίπτωσή μου;»

«Ποια περίπτωσή σου;»

«Μη μου κάνεις το χαζό τώρα που τα βρήκαμε.»

«Μα τι μου λέτε τώρα;»

«Λέω πόσα θες για να επιληφθείς για την υπόθεσή μου, τι λέω;»

«Δεν καταλαβαίνω.»

«Να σου το κάνω λιανά Μανώλη μου. Εσύ εδώ είσαι για να με κρίνεις, έτσι δεν είναι;»

«Έτσι.»

«Κι ότι πεις εσύ θα γίνει, σωστά;»

«Σωστά.»

«Οπότε αν βρεθεί στην τσέπη σου κάτι, δε θα με κρίνεις με άλλο μάτι;»

«Τι να βρεθεί στην τσέπη μου;»

«Θες να συζητήσουμε το ποσό τώρα;»

«Ποιο ποσό;»

«Πόσα θες βρε Μανώλη για να είναι η κρίση σου καλή;»

«Μα… μα τόση ώρα προσπαθείτε να με δωροδοκήσετε; Κατάλαβα καλά;»

«Α, είσαι και μπουμπούνας Μανώλη.»

«Κύριε Παπανικολάου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ. Επιτέλους εδώ δεν είναι καφενείο, εδώ είναι γραφείο και κάνουμε τη δουλειά μας σοβαρά. Με προσβάλετε και νομίζω πως πρέπει να μου ζητήσετε συγγνώμη.»

«Καλά Μανώλη μου, καλά. Μη φωνάζεις και μας ακούσει και ο προϊστάμενος.»

«Ποιος προϊστάμενος;»

«Ο προϊστάμενος.»

«Αφού σας είπα ότι εδώ είμαι εγώ υπεύθυνος και κανένας άλλος.»

«Κι εγώ υπεύθυνος είμαι.»

«Εσείς δεν είστε υπεύθυνος.»

«Μα σου το λέω πως είμαι υπεύθυνος, τι πρέπει να σου φέρω για να με πιστέψεις;»

«Πάλι τα ίδια;»

«Ποια ίδια; Αφού σου λέω Μανώλη πως άμα φέρω μια βόλτα μπορώ να σου φέρω όσες υπογραφές κι όσες σφραγίδες θέλεις για να σου αποδείξω πως… δεν είμαι ελέφαντας αλλά πως είμαι υπεύθυνος.»

«Δεν ξέρω τι μπορείς να φέρεις, εδώ υπεύθυνος είμαι εγώ κι εσύ δεν είσαι. Τελεία και παύλα. Εδώ θα γίνει αυτό που λέω εγώ.»

«Άμα γίνεται αυτό που λες εσύ τότε γιατί δεν μπορείς να με στείλεις να ζήσω τη χειρότερη στιγμή της ζωής μου, αφού αυτή θέλω να ζήσω;»

«Γιατί το σύστημα δε δουλεύει έτσι.»

«Να το αλλάξουμε τότε το σύστημα.»

«Το σύστημα δεν αλλάζει γιατί δεν μπορεί να αλλάξει κύριε Παπανικολάου, θα μας μάθετε τώρα και τη δουλειά μας;»

«Ποια είναι η δουλειά σας δηλαδή; Να μην ικανοποιείτε κανένα αίτημα;»

«Η δουλειά μου είναι σοβαρή και δεν σας επιτρέπω να την κρίνετε.»

«Αυτή η σφραγίδα τι είναι;»

«Αυτή είναι η μεγάλη σφραγίδα που θα μπει πάνω στην απόφασή μου, όταν λάβω την απόφασή μου.»

«Και μετά;»

«Μετά θα πάρετε το δρόμο σας.»

«Δηλαδή η σφραγίδα καθορίζει το μέλλον μου;»

«Η σφραγίδα, βεβαίως η σφραγίδα. Η σφραγίδα έχει μεγάλη δύναμη αγαπητέ μου, η σφραγίδα…»

.

.

.

«Κύριε Μανώλη, τα εξήντα λεπτά πέρασαν.»

«Πως; Πέρασαν κιόλας; Σας παρακαλώ, αφήστε με λίγο ακόμα στο γραφείο μου, μόνο τρεις εξυπηρέτησα, αφήστε με, θέλω τη σφραγίδα μου…»

«Ο χρόνος σας κύριε Μανώλη τελείωσε, παρακαλώ ακολουθήστε με, ο κριτής σας σας περιμένει…»

«Μα σας παρακαλώ, το γραφείο  μου, δεν μπορώ να αφήσω το γραφείο μου.»

«Σαράντα χρόνια δημόσιος υπάλληλος ήσασταν, δεν το βαρεθήκατε πια;…»

 

Η ιστορία σε pdf: Εξήντα λεπτά

και σε epub: Εξήντα λεπτά

[1] Αστρέχας: Είναι το τσιμεντένιο κανάλι στην άκρη του δρόμου που το χρησιμοποιούσαν για να μοιράζουν το νερό στους κήπους.

Διαβάστε κι αυτά

Διανυκτέρευση

Διανυκτέρευση

(σπουδή στην απαισιοδοξία) Διανυκτερεύεις με όνειρα βρώμικα, σαν το χαλάκι που περιμένει μάταια όλη του τη ζωή έξω από την πόρτα και μέσα δε θα μπει ποτέ. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί σού φταίει το πρωινό, η ρουτίνα, οι άλλοι, το σύστημα, το αφεντικό, ο υπάλληλος, ο...

Φωτιά…

Φωτιά…

  Άκουσα τη νύχτα να έρχεται και κρύφτηκα μέσα στις σκιές του αμαρτωλού εαυτού μου, περίμενα ανυπόμονα να σβήσει και το τελευταίο φως από τον ορίζοντα για να χαθεί κάθε υποψία από τον άνθρωπο που έχει αρχές, ήθος, θρησκεία και βγήκα στο δρόμο. Η βροχή έπεφτε με...

Απ’ το παράθυρο…

Απ’ το παράθυρο…

Οδός… δεν έχει σημασία να μνημονευτεί, ούτε ο αριθμός, άλλωστε κάθε παράθυρο που κοιτάζει στο δρόμο την ίδια μοναξιά νιώθει. Παλιά, οι νοικοκυρές στόλιζαν το περβάζι με βασιλικό ή με κάποια μικρή γλάστρα, να φέρνει μέσα στο δωμάτιο μαζί με το φρέσκο αέρα και μιαν...

34 Σχόλια

  1. George Pavlidis

    Ανθρώπινο, τρυφερό, ρεαλιστικό με μπόλικες πινελιές χιούμορ.
    Eξαιρετικό !! Πολύ μου άρεσε !!

    Απάντηση
    • Κώστας

      Γιώργο μου σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Είναι και ολίγον αυτοσαρκαστικό…

      Την καλημέρα μου.

      Απάντηση
  2. Mery Regeczi-Givetsi

    Θα στο γράψω εδώ γιά να το θυμάσαι. Εμένα μου θύμισε οτ “υπεύθυνος” τον ψιτ-Μανώλη του Χάρρυ. Το απόλαυσα. Και μου φαίνεται θα το περάσω άλλο ένα “χέρι”. Καλή σου μέρα.

    Απάντηση
    • Κώστας

      Πράγματι θυμίζει το Χάρρυ Κλυνν!

      Σε ευχαριστώ πολύ για το λάθος που εντόπισες και διορθώθηκε πριν τελικά ανέβει στο εν θερμώ.

      Καλή σου ημέρα επίσης.

      Απάντηση
  3. ♔DƦάɱα QuƎeи ♔

    Πολύ πολύ ωραία ιστορία. Νομίζω πως ήμουν σε μια γωνιά του γραφείου και κρυφοκοίταζα.
    Καλή σου μέρα Κώστα! 🙂 Γεμάτη έμπνευση και όμορφες στιγμές!

    Απάντηση
    • Κώστας

      Μαρίνα, σε ευχαριστώ πολύ για τα λόγια σου, μου άρεσε που σε έκανα και κρυφοκοίταζες!

      Την καλημέρα μου επίσης.

      Απάντηση
  4. Ευάγγελος

    Λοιπόν, Κώστα, η φαντασία σου δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα!

    Ξέρω περίπτωση συνταξιοδοτούμενου υπαλλήλου που ζήτησε εγγράφως από την Υπηρεσία του να πάρει στο σπίτι του το γραφείο του για… συναισθηματικούς λόγους!

    Δενόμαστε, Κώστα μου, με ανθρώπους, με καταστάσεις και με πράγματα. Για την τελευταία περίπτωση δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, αν δεν συνοδεύεται -όπως καλή ώρα στην ιστορία σου- από στενομυαλιά, τυπολατρεία κι ευθυνοφοβία. Δεν χάνεις μόνο την υπομονή σου αν σου τύχει, αλλά και τον χρόνο σου και ως κράτος κι ως πολίτης.Μακάρι αυτά ν’ αρχίσουν κάποτε ν’ αλλάζουν…

    Να είσαι καλά να μας προσφέρεις κι άλλες ευχάριστες στιγμές (και κάτι παραπάνω!!!!) ανάγνωσης!

    Απάντηση
    • Κώστας

      Ευάγγελε, αληθινά σου το λέω, δεν μπορώ να το διανοηθώ ότι υπήρξε άνθρωπος που ζήτησε εγγράφως να πάρει το γραφείο στο σπίτι του…

      Το κείμενο είναι αυτοσαρκαστικό μέχρι ενός σημείου, καθόσον έχουν υπάρξει περιπτώσεις που η κοινή λογική έλεγε πως πρέπει να γίνει το ευκόλως εννοούμενο, από την άλλη όμως ο νόμος δεν είχε την ίδια γνώμη και δυστυχώς στη μέση βρισκόμουν εγώ…

      Χαίρομαι που σου άρεσε, ελπίζω να πάψει κάποια στιγμή η τυπολατρεία και η στενοκεφαλιά στο δημόσιο.

      Καλό σου απόγευμα.

      Απάντηση
  5. Χριστόφορος

    Είναι από τα θέματα που μου αρέσουν ιδιαίτερα! Χιούμορ με αιχμηρούς υπαινιγμούς! Το χάρηκα με την ψυχή μου!
    Ο “Αστρέχας”. Θαυμάσια λέξη!
    Καλό σου βράδυ Κώστα…… ή μήπως Μανώλη;

    Απάντηση
    • Κώστας

      Χριστόφορε, τον ‘αστρέχα’ τον άκουσα πρώτη φορά από τον πατέρα μου, στα λεξικά δε νομίζω πως υπάρχει. Είναι αυτό που περιγράφω στο τέλος, το αυλάκι που κυλάει το νερό.

      Η αλήθεια είναι πως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι κρύβουν, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, ένα Μανώλη μέσα τους. Ειδικά όσοι ασχολούνται αποκλειστικά με τη δημόσια διοίκηση. Έχω συναντήσει τέτοιες περιπτώσεις και μάλιστα με μεγαλύτερο ‘ζήλο’ από αυτό του Μανώλη…

      Να είσαι καλά Χριστόφορε και καλό σου βράδυ επίσης.

      Απάντηση
    • Κώστας

      Σε ευχαριστώ καλέ μου φίλε Νέστορα, να είσαι καλά.

      Καλό σου βράδυ.

      Απάντηση
      • Νέστορας

        μη με ευχαριστείς, απλά όποτε βρίσκεις χρόνο κι έχεις έμπνευση να μας χαρίζεις κι άλλα τέτοια, τα έχουμε ανάγκη… πολύ γραφειοκρατία όμως ρε φίλε… 🙂

        Απάντηση
        • Κώστας

          Μακάρι να έχω έμπνευση κι από όρεξη για γράψιμο άλλο τίποτα…

          Απάντηση
  6. Thalassenia

    Ρεαλιστική και απολαυτική περιγραφή μιας πραγματικότητας που βιώνουμε οι πολίτες καθημερινά.
    Ας βλέπουμε με χιούμορ το πρόβλημα μήπως και βρούμε λύση.
    Καλή συνέχεια…….

    Απάντηση
    • Κώστας

      Θαλασσένια, πράγματι τέτοιες καταστάσεις είναι καθημερινές στην Ελλάδα και νομίζω ότι το φταίξιμο είναι πρώτα των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τα γραφεία και μετά όλων των άλλων (νομοθεσία, θεσμοί κλπ.) Μακάρι έστω και μέσα από το χιούμορ να βρεθεί κάποτε μια λύση.

      Να είσαι καλά, καλό σου βράδυ.

      Απάντηση
  7. Αννα

    xαχαχαχαχα ούτε θα μπορούσα να φανταστώ ότι η καλύτερη στιγμή ενός δημοσίου υπαλλήλου μπορεί να είναι το γραφείο του!!!!!!!!!!!!!! Με έκανες πραγματικά και γέλασα!!!!!!!!!!!!! Αυτοσαρκασμός ε;;; Κρατώ το ”ως ενός σημείου” για να μην σε ρωτήσω όταν φτάσεις στη σύνταξη αν θα πάρεις και τα έπιπλα μαζί σου!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
    Καλή συνέχεια Κώστα!!!!!!!!!!Να μας κάνεις να γελάμε και καιρός να μάθουμε τον αυτοσαρκασμό. Είναι εξαγνισμός!!!!!

    Απάντηση
    • Κώστας

      Άννα, αν διαβάσεις το σχόλιο του Ευάγγελου πιο πάνω, θα δεις ότι υπήρξε υπάλληλος ο οποίος ήθελε να πάρει το γραφείο στο σπίτι του! Μην ξεχνάς ότι υπάρχουν άνθρωποι που ‘ζουν’ για τη δουλειά τους, γνωρίζω κι εγώ προσωπικά έναν ή καλύτερα μια τέτοια! Φαντάσου ότι τα παιδιά της τρώνε κάθε μέρα φαγητό απ’ έξω γιατί παίρνει φακέλους και δουλεύει στο σπίτι μέχρι αργά το βράδυ… κι αυτό όχι επειδή έχει πολύ δουλειά…!

      Πάντως, όπως είπα και πιο πάνω, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν έναν Μανώλη μέσα τους, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, οπότε το κείμενο είναι σαφέστατα αυτοσαρκαστικό. Πάντως, όταν πάρω σύνταξη, αν πάρω δηλαδή και δε με διώξουν νωρίτερα (δε βλέπεις τι γίνεται;) το αγαπητό μου γραφείο θα το αφήσω στη θεσούλα του για τον επόμενο… μακριά κι αγαπημένοι!

      Ο αυτοσαρκασμός είναι κάτι που πρέπει να γίνεται ειλικρινά και όχι για λόγους επίδειξης. Προσωπικά, και το λέω αυτό ειλικρινά, με εξαγνίζει στην κυριολεξία

      Την καλημέρα μου και σε ευχαριστώ πολύ Άννα μου για τα καλά σου λόγια.

      Απάντηση
  8. atheofobos

    Δηλαδή ούτε στην άλλη ζωή πρόκειται να γλυτώσουμε από την γραφειοκρατία;
    Γι΄αυτό και μεις θα τραγουδάμε το “δεν θα πεθάνουμε κουφάλα νεκροθάφτη!”
    Πάντως το διήγημα σου μου έφτιαξε το κέφι.!

    Απάντηση
    • Κώστας

      Αθεόφοβε δεν ξέρω τι θα γίνει στην άλλη ζωή, αν υπάρχει άλλη ζωή, σε αυτή πάντως που ζούμε η γραφειοκρατία καλά κρατεί!

      Χαίρομαι που σου έφτιαξε το κέφι το διήγημά μου. Να είσαι καλά και καλή σου ημέρα.

      Απάντηση
  9. Τζων Μπόης

    Σαν σε κινηματογραφική ταινία με τον Λογοθετίδη και τον Ορέστη Μακρή μου έκανε :))
    Ναι ΄σαι καλά, Κώστα 🙂
    Αφού είμαστε σε θέση να διακωμωδούμε ακόμα την κατάσταση, πάει να πει ότι είμαστε καλά!

    Τις καληνύχτες μου

    Απάντηση
    • Κώστας

      Τζων Μπόη είπα να γράψω κάτι χωρίς καμία περιγραφή, απλώς και μόνο ένα διάλογο, για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και σ’ αυτό το στυλ γραψίματος. Από ότι συμπέρανα η προσπάθειά μου δεν πήγε στράφι, κάτι κατάφερα, αλλά βεβαίως χρειάζεται πολύ προσπάθεια ακόμα… Δεν το είχα σκεφτεί ως διάλογο ηθοποιών και μάλιστα αυτών που αναφέρεις, αλλά τώρα που το κοίταξα πάλι βλέπω ότι δεν έχεις άδικο!

      Καλά είμαστε Τζων Μπόη, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, μέχρι πότε όμως δεν ξέρω…

      Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και σε καληνυχτίζω επίσης.

      Απάντηση
  10. Θωμάς

    Καλό ήταν και πρωτότυπο. Το τέλος του μάλιστα ήταν εντελώς απροσδόκητο. Ξέρεις κάτι. Ενώ μου ήταν εύκολο να σκεφτώ δυο τρεις δυστυχισμένες στιγμές, δυσκολεύτηκα να επιλέξω τις πιο ευτυχισμένες. Ίσως γιατί η μνήμη δε συνδέει την ευτυχία με στιγμές αλλά με ολόκληρες περιόδους της ζωής ενός ανθρώπου.

    Απάντηση
    • Κώστας

      Θωμά, από εκεί ακριβώς ξεκίνησε και το δικό μου σκεπτικό κι έγραψα αυτή την ιστορία. Ενώ μπόρεσα να βρω και να οριοθετήσω ακριβώς τις άσχημες στιγμές στην μέχρι τώρα ζωή μου, τις ευτυχισμένες δεν μπόρεσα γιατί ήταν ολόκληρες περίοδοι, όπως σωστά επισημαίνεις. Τα άσχημα θεωρώ πως ήταν σημεία ενώ τα καλά ήταν ολόκληρες επιφάνειες, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω γεωμετρικούς όρους. Κι αυτό νομίζω πως είναι καλό.

      Καλό σου βράδυ φίλε μου Θωμά.

      Απάντηση
  11. marimar

    Το ξεκίνησα ένα βράδυ, μια νύχτα αξημέρωση. Αλλά τελικά με νίκησε η κούραση και επί πλέον ήθελα και να το απολαύσω.
    Ενώ περιγράφεις μια σκηνή σε γραφείο, το κείμενο είχε εκείνα τα στοιχεία του βουνού και του λόγγου όπως μ’ αρέσει να αποκαλώ κάθετι αγροτικό που για κάποιο λόγο μου αρέσουν ιδιαίτερα αν και είμαι παιδί (?) κυρίως της πόλης. Αν εξαιρέσω τα καλοκαίρια στο νησί των παππούδων και την περίοδο στην Αιθιοπία. Δεν την περίμενα την ανατροπή στο τέλος και χρειάστηκε να το ξαναδιαβάσω, μήπως είχα κάνει λάθος.
    Κοίτα τώρα να σου εκμυστηρευτώ. Έχω την σφραγίδα με το όνομα μου, που χρησιμοποιούσα στην τράπεζα (λογικό ίσως, αλλά μπορούσα να την έχω καταστρέψει και να την πετάξω). χα χα χα!!!! Και συμφωνώ μαζί σου ότι η λογική πολλές φορές συγκρούστηκε με τον νόμο και τους γραπτούς κανόνες.
    Εύχομαι να έχεις πάντα ευτυχισμένες περιόδους στη ζωή σου και κουράγιο και έμπνευση για πολλές καταπληκτικές ιστρορίες σαν αυτή.

    Απάντηση
    • Κώστας

      Marimar, έχεις ακόμα τη σφραγίδα έτσι; Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δένεται με τη δουλειά του κι αν είναι ευσυνείδητος την πονάει κιόλας. Νομίζω ότι σε αυτή την κατηγορία ανήκεις και μπράβο σου γι’ αυτό!

      Η σκηνή με το βουνό μπήκε επειδή ήθελα να δώσω ένα τόνο ή μια πινελιά αν θες της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του συναλλασσόμενου με τον υπάλληλο, κάτι που απαντάται νομίζω κατά κόρον και στην ελληνική πραγματικότητα. Είναι όμως κι ένα στοιχείο που προσδίδει χιούμορ στην όλη ιστορία. Είναι όμως ταυτόχρονα και δεικτικό για την όλη κατάσταση γιατί ο ‘βοσκός’ ή ο ‘χωρικός’ δεν είναι αφελής και γνωρίζει τα δικαιώματά του, κάτι που πολλοί υπάλληλοι αγνοούν ή υποτιμούν σε μερικές περιπτώσεις.

      Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία και εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερες ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή σου.

      Καλό σου βράδυ και καλό Σαββατοκύριακο.

      Απάντηση
  12. arxigramma

    Εξαιρετικό, επίκαιρο, απολαυστικό, υπέροχο! Μου θύμισε τον Σπανοβαγγελοδημήτρη στο δικαστήριο από την ελληνική ταινία… ή μήπως κάποιον γκισέ σε δημόσια υπηρεσία….
    Την καλησπέρα μου

    Απάντηση
    • Κώστας

      Νίκο σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Εύχομαι να συνεργαστούμε κάποια στιγμή, όχι στο μακρινό μέλλον!

      Καλό σου βράδυ.

      Απάντηση
  13. melita

    Καλησπέρα Κώστα, νομίζω θα συμφωνήσω με τους υπόλοιπους. Όντως το κείμενο σου μου θύμισε τον παλιό καλό κινηματογράφο.
    Μπόλικη δόση από χιούμορ και πέτυχε διάνα στο να περιγράψει και να σατυρίσει την απελπιστική κατάσταση που τραβάει ο κάθε πολίτης εξαιτίας της γραφειοκρατίας. Αν έβαζες και τον κύριο Θανάση να ανεβοκατέβαινε σκαλοπάτια μαζεύοντας χαρτιά, σφραγίδες και χαρτόσημα πηγαίνοντας από γραφείο σε γραφείο νομίζω ότι θα είχες μια ακόμη υπέροχη περιγραφή της καταπληκτικής γραφειοκρατίας που υπάρχει.
    Καλό βράδυ να έχεις (το απολαύσαμε και οι δύο). Φιλιά πολλά!

    Απάντηση
    • Κώστας

      Μελίτα, η σάτιρα είναι ένας τρόπος για να διακωμωδήσουμε με δηκτικό τρόπο τα κακώς κείμενα γι’ αυτό και την επέλεξα προκειμένου να θίξω το θέμα της γραφειοκρατίας.

      Χαίρομαι που σας άρεσε και που γελάσατε λίγο μέσα στη δύσκολη καθημερινότητα που βιώνουμε.

      Την καλημέρα μου.

      Απάντηση
  14. dimiscon

    Πολύ ωραίο (και σύγχρονο). Και η ανατροπή, στο τέλος… Εξεπλάγην. Να’σαι καλά.

    Απάντηση
    • Κώστας

      Σε ευχαριστώ πολύ. Να υποθέσω ότι το όνομά σου είναι Δημήτρης; Όπως και να έχει ελπίζω να τα ξαναπούμε.

      Καλό σου απόγευμα.

      Απάντηση
  15. GiP

    Μου άρεσε, ιδίως η ανατροπή στο τέλος.

    Απάντηση
    • Κώστας

      Όλη η ουσία Γιώργο είναι η ανατροπή! Ενώ ο αναγνώστης εστιάζει την προσοχή του στον Παπανικολάου τελικά καταλαβαίνει πως όλη η ιστορία στρέφεται γύρω από τον υπάλληλο και την υπηρεσιακή ακαμψία που αυτός διαθέτει!

      Να είσαι καλά.

      Απάντηση

Αφήστε ένα σχόλιο