(σπουδή στην απαισιοδοξία)

Διανυκτερεύεις με όνειρα βρώμικα, σαν το χαλάκι που περιμένει μάταια όλη του τη ζωή έξω από την πόρτα και μέσα δε θα μπει ποτέ. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί σού φταίει το πρωινό, η ρουτίνα, οι άλλοι, το σύστημα, το αφεντικό, ο υπάλληλος, ο πελάτης. Τις περισσότερες φορές πιστεύεις πως ζεις σε λάθος περιβάλλον, σε λάθος εποχή και σε λάθος σώμα…

Η Μοναξιά χτυπάει όλες τις αισθήσεις, κυρίως όμως την όσφρηση που μοιραία ξυπνάει αναμνήσεις. Καμία φορά ξυπνάει και συνειδήσεις, ειδικά όταν μυρίζει μπαρούτι και τη γλυκιά εκείνη οσμή του δακρυγόνου που αναδύεται από την ψυχρή οθόνη της τηλεόρασης. Αλλά όσο ο καναπές βουλιάζει, η μόνη μυρωδιά που σε ξύπνα είναι εκείνη που λαθραία δραπετεύει από την κουζίνα της γειτόνισσας κι αμέσως πιάνεις το τηλέφωνο να παραγγείλεις μικρά κομμάτια κρέας περασμένα σε ξύλινες λόγχες και πατάτες προτηγανισμένες. Τα βράδια κοιτάς τον άσπρο πάτο, ο μόνος άλλωστε που απέμεινε για να σου κάνει συντροφιά. Αυτός κι η κάπνα να θολώνει τη ματιά να μη βλέπει ούτε το αύριο, ούτε το χτες κι ούτε το σήμερα.

Κρύβεσαι μέσα στο άδειο σου σπίτι. Κρύβεσαι μέσα στο άδειο μυαλό σου. Κρύβεσαι κυρίως από εσένα τον ίδιο. Τι νόημα έχει άλλωστε να γυρίζουν του ρολογιού οι δείκτες αφού τίποτα δεν αλλάζει, ούτε καν οι νύχτες. Παλεύεις να κοιμηθείς είτε με τη βοήθεια της λήθης που σου προσφέρει το αλκοόλ είτε της λήθης που σου προσφέρει το φαρμακείο. Στις μέρες μας άλλωστε, τα χάπια είναι μια κάποια λύσις!

Κάθε μέρα κι από ένα τεστ κοπώσεως. Κάθε νύχτα κι από ένα τεστ κοπώσεως. Κι όλα τα όνειρα εξατμίζονται όταν κοιτάς ό,τι έχει απομείνει από σένα στον καθρέφτη. Ολόκληρη η ζωή μια κλεμμένη Κυριακή. Μερικά κλοπιμαία στιγμών στοιβάζουν αναμνήσεις που σε κάνουν να γελάς δύο τρεις φορές το χρόνο. Αυτό σε κάνει να γελάς και να κλείνεις τα μάτια σου οικειοθελώς για να επιτρέψεις στο μυαλό σου να αναπολήσει, αυτό και καμιά λαθραία ματιά στην κοπέλα απέναντι που έχει αφήσει το δέρμα των ποδιών της ελεύθερο, βορά στο χάδι του αέρα και στη φαντασία των εραστών. Πιάνεσαι απ’ του ματιού την άκρη να χαζεύεις το απαγορευμένο και σου αρέσει, λίγα πράγματα σου αρέσουν πια…

Ζεις μέρα με τη μέρα αναζητώντας την ημερομηνία λήξης σου. Κάπου είναι γραμμένη αλλά δεν τη βλέπεις, την ψάχνεις όμως, η ορμή δεν σταματά, θέλεις να γευτείς αυτό που δεν γνωρίζεις, όλα τα άλλα δε σε γεμίζουν πια. Να γίνεις ο Αδάμ και να δαγκώσεις το μήλο, να πέσεις βαθιά στην αμαρτία μήπως κι αναστηθείς κάποια στιγμή, οι αθάνατοι άλλωστε δεν έχουν να περιμένουν δεύτερη ζωή. Κι αναρωτιέσαι τελικά αν ζεις εσύ ή ο αντίλαλός σου. Δίνεις υπόσχεση: Από Δευτέρα όλα αλλάζουν. Και πράγματι, όλα αλλάζουν εκτός από σένα. Γιατί; Μάλλον επειδή νιώθεις πως και σήμερα βρέχει απαισιοδοξία κι εσύ πάλι ξέχασες την ομπρέλα στο πιο βαθύ συρτάρι της ντουλάπας. Σε πιάνει ρίγος και το κλάμα κυλά χωρίς επιστροφή στο μυαλό σου. Η καθημερινότητά σου αποτελείται μόνο από τοίχους. Χαοτικούς. Και χωρίς οροφή για να νιώθεις άστεγος.

Ξέχασες να αγαπάς. Φοβάσαι την καταπάτηση των ονείρων τού άλλου σου μισού. Μετά ξέχασες να αγαπιέσαι. Κι ύστερα χάθηκες μέσα σε ανυπαρξία θολή, μόνος ανάμεσα σε μόνους. Τυφλώθηκες, κουφάθηκες, έγινες μουγγός. Ζεις σαν πεθαμένος μέχρι να πεθάνεις. Κι όταν έρθει η μέρα που η ημερομηνία λήξης σου είναι η ίδια με αυτή που δείχνει το ημερολόγιο γράφεις με το αίμα σου πάνω στη λευκή κόλα του χαρτιού ‘Στερνή μου γνώση να σ είχα πρώτα…’. Και γελάς. Ίσως να είναι η πρώτη φορά που γελάς αληθινά. Είσαι ξένοιαστος πια και τραβάς για άλλους δρόμους. Αλλά το μονοπάτι της ζωής δεν το βίωσες εσύ πάρα μονάχα η ιερή συνείδησή σου που την πρόδωσες. Αλλά γελάς. Νομίζεις πως θα εκδικηθείς αλλά κάνεις λάθος. Το επόμενο στάδιο είναι να σε πενθήσουν. Αν σε πενθήσουν. Μετά σε απορρίπτουν. Κι ύστερα τίποτα.