Στο εξαιρετικό του βιβλίο «Η άνοδος της ασημαντότητας» (εκδ. ΥΨΙΛΟΝ), ο Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει και ερωτά: «[…] αν εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση, κατάσταση αποσύνθεσης και όχι κρίσης, κατάσταση αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, διαπιστώνουμε μια αντινομία πρώτου μεγέθους: Το απαιτούμενο είναι κολοσσιαίο, πάει πολύ μακριά –και οι άνθρωποι, τέτοιοι που είναι και τέτοιοι που αναπαράγονται συνεχώς από τις δυτικές κοινωνίες μα και από τις άλλες, βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό. Τι είναι το απαιτούμενο;[…]». Ποιο είναι λοιπόν αυτό ‘απαιτούμενο’ και τις πταίει που οι πολίτες των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό; Αν και ασπαζόμαστε πλήρως την απάντηση που ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής δίνει και κάθε αναγνώστης μπορεί να τη βρει στις σελίδες του βιβλίου που προαναφέραμε, θα προσπαθήσουμε, δεκαετίες μετά τις σκέψεις του Καστοριάδη, να παραθέσουμε και τις δικές μας σε μια προσπάθεια να εντάξουμε στη συλλογιστική μας τη σύγχρονη εποχή. Κι αν όλα μοιάζει πως αλλάζουν, ίσως καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ίσως όλα μένουν ίδια τελικά!

Στον Ελλαδικό χώρο του εικοστού πρώτου αιώνα κι αφού παλέψαμε με υπαρκτά αλλά και τεχνηέντως εφευρεμένα φαντάσματα, από τις φούσκες του χρηματιστηρίου μέχρι τα μορφώματα των άκρων του πολιτικού συστήματος που ξεπήδησαν εν μια νυκτί για να μας σώσουν από τον κακό μας εαυτό, φτάσαμε στο σημείο εκείνο που επιτέλους κατανοήσαμε το αυτονόητο! Και ποιο είναι αυτό; Πως σ’ αυτή τη χώρα ο πολίτης πρέπει να ζει σαν άνθρωπος και ο άνθρωπος σαν πολίτης! Δεν είναι σχήμα λόγου ούτε εντυπωσιασμού αυτή μας η διατύπωση, θεωρούμε πως δίνει μια σαφή και ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα του Καστοριάδη σχετικά με το απαιτούμενο στην εποχή μας. Έχουμε κατά το παρελθόν αναφερθεί τόσο στον Άνθρωπο (Η εφεύρεση του Ανθρώπου – 10.7.2019 – https://thermoyiannis.gr/η-εφεύρεση-του-ανθρώπου/) όσο και στον Πολίτη (Όταν η Δημοκρατία χρωστά – 26.2.2019 – https://thermoyiannis.gr/όταν-η-δημοκρατία-χρωστά/) και στο πώς πρέπει ο άνθρωπος να υπάρχει μέσα στη συνείδησή του τόσο πάνω στον πλανήτη που ζει όσο και ως μέλος της κοινωνίας στην πόλη και τη χώρα που ζει. Οι άνθρωποι δεν είναι λαθραίοι σε αυτόν τον κόσμο. Ούτε οι πολίτες. Η απάτη των ιδεολογιών και των κοσμοθεωριών εκείνων που επιβάλουν παρωπίδες και μηδενική σκέψη οδήγησαν στη στρεβλή αντίληψη πως οι πολιτικοί και εν γένει οι κυβερνώντες των κοινωνιών ή οι κατέχοντες θέσεις ευθύνης κυριαρχούν στους πολίτες. Αυτή η ψευδαίσθηση της κυριαρχίας οδήγησε στην εφεύρεση της υπεροψίας και στην υιοθέτηση του θράσους κατά την άσκηση των εφήμερων καθηκόντων ενός ικανού αριθμού αυτών με αποτέλεσμα να γίνει κατορθωτός ο πολυπόθητος, εκ μέρους τους, διαχωρισμός του Ανθρώπου από τον Πολίτη. Τον πρώτο τον φόβισαν τον δεύτερο τον απενεργοποίησαν!

Το έτερο εφεύρημα, αυτό της δημοκρατίας δια αντιπροσώπου σε όλες τις μορφές διοίκησης, από την κεντρική μέχρι την αυτοδιοίκηση, έδρασε καταλυτικά στην περαιτέρω διεύρυνση του χάσματος που περιγράψαμε πιο πάνω, μεταξύ Ανθρώπου και Πολίτη. Έχουμε άραγε συνειδητοποιήσει πως κάθε φορά και χωρίς καμία εξαίρεση, μπροστά στις κάλπες ψηφίζουμε την αλλαγή; Εκείνη την ποθητή αλλαγή στο όνειρο και την προοπτική για το αύριο; Αλλαγή στα πρόσωπα που θα φέρουν στη ζωή μας κάτι καινούριο, αλλαγή στη νοοτροπία που θα αλλάξει τις παθογένειες; Κι όμως, αυτή η πολυπόθητη αλλαγή αρνείται πεισματικά να έρθει. Αρνείται και δεν ευθύνεται κανείς άλλος παρά εμείς οι ίδιοι που δεν είμαστε έτοιμοι ούτε να την υποδεχτούμε αλλά ούτε και να τη δεχτούμε ως τη δύναμη εκείνη που θα γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ του ποθητού και του εφικτού. Όλο αυτό, μαζί με το συρφετό μιας μερίδας στελεχών και διευθυντών της απέθαντης γραφειοκρατίας οδηγεί το τρένο σε ακόμα μεγαλύτερη απόσταση, σε κολοσσιαία απόσταση, όπως λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, από το ζητούμενο. Από μια ευνοούμενη πολιτεία. Από μια πολιτεία που σέβεται τον πολίτη. Που αποδέχεται τη διαφορετικότητα και που δίνει ευκαιρίες σε όλους ανεξαιρέτως να αναπτύξουν τις ιδέες και το ταλέντο τους. Που αγαπάει τα παιδιά της. Που, τελικά, οδηγεί τον Άνθρωπο να ζει σαν Πολίτης και το αντίστροφο. Αλλά πού να βρει κανείς σήμερα ανθρώπους άξιους να κάνουν το όραμα τούτο αληθινό; Ουτοπική μεν μια αληθινή απάντηση στο ερώτημά μας κι απατηλές ίσως οι προσδοκίες για να πάψει πια να επικρατεί η ασημαντότητα. Και δυστυχώς, φτάσαμε τη χώρα -που παρακαλεί ο ποιητής να μην την λησμονούμε- σε σημείο που, απ’ ό,τι φαίνεται ούτε η Πανδώρα και το ερμητικά κλειστό της κουτί να μην μπορεί να σώσει. Χαλάσαμε ακόμα και την ύλη της Ελπίδας!

Αχ, χελιδόνι μου, πώς να πετάξεις

σ’ αυτόν τον μαύρο τον ουρανό…