Αγαπημένη μου,

 

Η ανάμνησή σου, γλυκιά και πικρή συνάμα, με κράτησε άυπνο τούτο το βράδυ. Το σκοτάδι της ψυχής μου είναι ίδιο με το σκοτάδι ολόγυρα που σκεπάζει την κρύα πόλη. Νύχτα παντού! Απέραντη νιώθω την απόσταση που μας χωρίζει, ένα σύμπαν ολόκληρο έχει απλωθεί μπροστά μου κι απεγνωσμένα ψάχνω να σε βρω στις σκιές που περνούν μέσα κι έξω από τις σκέψεις μου. Το κρύο του χειμώνα έχει φωλιάσει μέσα μου, κάθε στιγμή που περνά και χάνεται χωρίς εσένα είναι μια στιγμή τόσο αδειανή όσο η σκουριασμένη μου καρδιά που θέλει να πάψει να χτυπά. Αφήνω τη ματιά μου να ταξιδέψει στο χρόνο, γυρίζω πίσω στο σταθμό, στο τρένο που άφησες να σε πάρει μακριά μου. Ψυχρό το ατσάλι στις γραμμές του, ψυχρή κι η δική σου ματιά. Η τελευταία…

Προσπάθησα με όλη τη δύναμη που είχα κι άλλη τόση που δανείστηκα απ’ την απελπισία μου, για να σε πείσω πως κάνεις λάθος. Πως η ζωή σου είναι ζωή μου και πως η δική μου ζωή είναι δική σου. Αλλά έκανες την επιλογή σου. Διάλεξες να φύγεις μακριά, να αφήσεις ό,τι είχαμε χτίσει οι δυο μας και να αναζητήσεις την τύχη σου αλλού, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, σε άλλη αγκαλιά ίσως. Κι εγώ έμεινα να κοιτάζω το τρένο να ξεμακραίνει και να χάνεται μαζί με την ελπίδα. Πάει, πέθανε κι αυτή μαζί με μένα!

Τούτο το βράδυ το φως είναι λιγοστό. Προσπαθώ να κοιτάξω μέσα μου αλλά δε βλέπω τίποτα, ένα απόλυτο κενό, αδειανό από σκέψεις κι αισθήματα. Το μοναδικό πράγμα που είναι ζωντανό ακόμα είναι το δάκρυ μου που καίει στο διάβα του κάθε ανάσα μου. Το δάκρυ που δεν κυλάει για μένα ή για σένα, αλλά για μας. Γι’ αυτό που χάθηκε στο χρόνο κι άφησε πίσω του μια ψυχή ερειπωμένη, γεμάτη αναμνήσεις που πληγώνουν. Αναρωτιέμαι αν το σκοτάδι θα γίνει κάποτε φως. Αναρωτιέμαι αν τα μάτια μου θα μπορέσουν να αντικρίσουν ξανά την αληθινή αγάπη, αυτή που στα δικά σου μάτια γνώρισαν. Κι ύστερα εκείνο το δάκρυ με καίει ξανά. Και ξανά.

Ήθελα τόσα πολλά να σου πω, αλλά διστάζω. Δεν τολμώ ούτε στον άνεμο να τα ψιθυρίσω γιατί φοβάμαι πως θα σου τα μεταφέρει. Γι’ αυτό έγραψα τούτες τις λίγες γραμμές. Για να τις σβήσω κι ύστερα, μαζί με τις χαμένες λέξεις να χαθώ κι εγώ στον κόσμο της ανυπαρξίας. Ένα μυστικό. Κι εγώ μόνος. Χωρίς καμία συντροφιά και χωρίς καμία ελπίδα. Μονάχα τ’ όνειρο της αγάπης θα με συνοδεύει κι εκείνη η αμυδρή υποψία του αρώματός σου που χάθηκε κι αυτό βαθιά στις αναμνήσεις μου. Κι αν το βράδυ ξημερώσει, απλώς θα κλείσω τα μάτια μου για να μη βλέπω. Άλλωστε, το φως δε μου ταιριάζει πια. Δε με νοιάζει τίποτα πια, δε φοβάμαι τίποτα, μόνο της ψυχής μου τα κρατημένα…

Μάνος.