“Ἦ τοι µὲν πρώτιστα Χάος γένετ’, αὐτὰρ ἔπειτα

Γαῖ’ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεὶ

[ἀθανάτων, οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύµπου,

Τάρταρά τ’ ἠερόεντα µυχῷ χθονὸς εὐρυοδείης,]

ἠδ’ Ἔρος, ὃς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι,

λυσιµελής, πάντων δὲ θεῶν πάντων τ’ ἀνθρώπων

δάµναται ἐν στήθεσσι νόον καὶ ἐπίφρονα βουλήν.”

Από τη Θεογονία του Ησίοδου.

(Μετάφραση: Στην αρχή γεννήθηκε το Χάος, έπειτα η πλατύστηθη Γαία παντοτινός κι ασφαλής τόπος των αθανάτων που εξουσιάζουν τις χιονισμένες κορφές του Ολύμπου και τα σκοτεινά Τάρταρα στα βάθη της γης με τις πλατιές οδούς. Μετά ο Έρως που είναι ο ωραιότερος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, που λύνει τα μέλη όλων των θεών και των ανθρώπων και δαμάζει στα στήθη την καρδιά και το νου.)

Ο αυτογέννητος, κατά τον Ησίοδο, Έρωτας αποτελεί για την αρχαία ελληνική μυθολογία τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο στηρίχθηκε ολόκληρο το οικοδόμημά της. Το υπέροχο αυτό απόσπασμα του Ησίοδου αποδίδει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον τεράστιο ψυχικό και πνευματικό πλούτο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Συνδυαζόμενο δε και με τον Πλατωνικό, από το Συμπόσιο, ορισμό πως Έρωτας είναι η επιθυμία όσων δεν κατέχουμε, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε το μεγαλείο και τη σοφία της φύσης του. Βέβαια, στο Συμπόσιο δίνεται και μια ακόμα διάσταση του. Εκεί δεν είναι αυτογέννητος, αλλά έχει πατέρα τον Πόρο και μητέρα την Πενία, η σύλληψή του δε, έγινε τη μέρα των γενεθλίων της Αφροδίτης. Έτσι, αυτομάτως έρχεται στο μυαλό η ομορφιά, λόγω της Αφροδίτης και συνάμα δικαιολογείται πλήρως ο ορισμός που του δίνεται πιο πάνω, με τα λόγια της Διοτίμας προς τον Σωκράτη, λόγω των ιδιοτήτων των γονιών του. Κληρονόμησε τη φτώχεια από τη μητέρα του και την ικανότητα του κυνηγού αλλά και τη λεβεντιά και την παρορμητικότητα από τον πατέρα του. Και δεν είναι ούτε αθάνατος ούτε θνητός! Εξαιρετικό σημείο αυτό… Δεν πεθαίνει αλλά δεν μπορεί να ζήσει και για πάντα!

Τι καλύτερο θα μπορούσε να σκεφτεί ο ανθρώπινος νους για να ορίσει τον έρωτα; Τι διαυγέστερο κι ευστοχότερο; Ο Έρωτας είναι η κινητήριος δύναμη των πάντων. Διότι χωρίς την επιθυμία αυτού που δεν κατέχουμε δεν υπάρχει λόγος ούτε καν για να κουνηθούμε! Αυτό το ακατανίκητο συναίσθημα για να προσεγγίσουμε αυτό που μας λείπει, αυτό που θεωρούμε ότι θα μας συμπληρώσει, δίνει την ώθηση, το κίνητρο αλλά και την ενέργεια για προχωρήσουμε μπροστά, για να δημιουργήσουμε αλλά ενίοτε και να δημιουργηθούμε. Κι εύλογα θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως ο Έρωτας είναι εγγενής στη Φύση, αφού ακόμα και η αλυσίδα του DNA για να πολλαπλασιαστεί το κύτταρο σπάει σε δύο μέρη και το καθένα απ’ αυτά αναζητά  το συμπληρωματικό του, αυτό που του λείπει και δεν το έχει, για να διαιωνιστεί.

Κι όταν μιλάει κανείς για τον Έρωτα, δεν κάνει λόγο μόνο για την έλξη μεταξύ ανθρώπων μόνο. Μιλάει για τον έρωτα του επιστήμονα για να βρει τις απαντήσεις που ψάχνει, του συγγραφέα για να ολοκληρώσει το έργο του, του ηθοποιού που γίνεται ένα με το ρόλο του, του νου προς μια ιδέα. Είναι ο αόρατος αιθέρας που συμπληρώνει το ένστικτο του ανθρώπου και που χωρίς αυτόν όλα τα πράγματα θα ήταν στάσιμα, ίσως να μην υπήρχε καν η ιστορία χωρίς αυτόν! Γιατί η αγάπη του ανθρώπου για το μέλλον του, τον οδήγησε να μετατρέψει το χρόνο και να τον σμιλέψει σ’ αυτό που ονομάζουμε ιστορία. Ο έρωτας αποτέλεσε κι αποτελεί την πεμπτουσία της ανθρώπινης -λογικής ή μη- σκέψης. Είναι εκείνο το συστατικό που τον παρακίνησε να γράψει την Οδύσσεια, να σμιλέψει τα αγάλματα και την ομορφιά και να φτάσει μέχρι και το φεγγάρι. Χωρίς αυτόν, κατά την ταπεινή μας άποψη, ίσως και να μην υπήρχαμε…

Πηγή εικόνας του άρθρου